«Τίποτα δεν είναι άλυτο. Αρκεί να το ψάχνεις, να βλέπεις τις δυνατότητες, να οργανώνεσαι πάνω σε αυτές και να αντιμετωπίζεις κάθε πρόβλημα».
Με αυτή τη φράση ο πρώην δήμαρχος Μανώλης Σαββής, μιλώντας στην εκπομπή της Ρένας Παυλάκη «Πρωινό Xpress», έθεσε τη βάση μιας συζήτησης που αφορά το σημαντικότερο κριτήριο με το οποίο αξιολογείται καθημερινά μια δημοτική αρχή. Και αυτό δεν είναι άλλο από την κατάσταση που συναντά ο πολίτης μόλις βγει από το σπίτι του.
Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε ο Μανώλης Σαββής, ακόμη και η εντυπωσιακότερη ανάπλαση χάνει την αξία της όταν ο κάτοικος, βγαίνοντας από το σπίτι του, βρίσκεται αντιμέτωπος με σπασμένα πεζοδρόμια, γεμάτους κάδους, λακκούβες και εγκαταλειμμένους δημόσιους χώρους. Τα μεγάλα έργα μπορεί να είναι αναγκαία. Δεν μπορούν, όμως, να λειτουργούν ως άλλοθι για την αποτυχία στα στοιχειώδη.
«Αν όλη η περιοχή γύρω από το σπίτι μου γίνει η καλύτερη ανάπλαση και τον Πύργο του Άιφελ να μου φτιάξεις απέναντι, αλλά εγώ βγω από το σπίτι μου και το πεζοδρόμιο είναι σπασμένο, ο κάδος γεμάτος, ο δρόμος με λακκούβες, το πάρκο με χόρτα και η λάμπα καμένη, δεν θα μου μείνει η ανάπλαση. Θα μου μείνουν αυτά».
Ο πρώην δήμαρχος παρουσίασε συγκεκριμένα παραδείγματα μηχανισμών που έχουν εφαρμοστεί στην πράξη και έχουν αποδώσει.
Ήδη από το 1997, όπως είπε, στην πόλη της Ρόδου είχαν οριστεί επόπτες καθαριότητας και η πόλη είχε χωριστεί σε γεωγραφικές ενότητες, ώστε τα προβλήματα να εντοπίζονται και να μεταφέρονται γρήγορα στις αρμόδιες υπηρεσίες. Αργότερα, όταν ο ίδιος ανέλαβε τον Δήμο Νότιας Ρόδου, μια περιοχή που κάλυπτε περίπου το 30% της έκτασης του νησιού, καθιερώθηκε τηλεφωνική γραμμή εικοσιτετράωρης λειτουργίας. Οι κλήσεις απαντώνταν ακόμη και τα μεσάνυχτα και τα αιτήματα μεταφέρονταν άμεσα στους εργαζομένους. Η αξία του συστήματος βρισκόταν στην απλότητά του. Ο πολίτης ενημέρωνε, ο δήμος κατέγραφε, η υπηρεσία παρενέβαινε και το αποτέλεσμα μπορούσε να ελεγχθεί.
Σήμερα, βεβαίως, όπως είπε, ένας δήμος δεν χρειάζεται να στηρίζεται αποκλειστικά σε τηλεφωνικά κέντρα και χειρόγραφες αναφορές. Ο πολίτης μπορεί μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα να φωτογραφίσει ένα πρόβλημα, να προσδιορίσει αυτόματα το σημείο στο οποίο βρίσκεται και να αποστείλει την αναφορά του στην αρμόδια υπηρεσία. Παράλληλα, μπορεί να ενημερώνεται για το αν το αίτημα παραλήφθηκε, σε ποιο τμήμα ανατέθηκε και πότε επιλύθηκε.
Αυτό ακριβώς συμβαίνει σε άλλους δήμους. Ο Δήμος Αθηναίων εξακολουθεί και το 2026 να διαθέτει εικοσιτετράωρη γραμμή επικοινωνίας και ψηφιακή εφαρμογή για την υποβολή αιτημάτων. Η λειτουργία της πλατφόρμας επιτρέπει στις υπηρεσίες να αποκτούν συνολική εικόνα των προβλημάτων της πόλης, να προγραμματίζουν τις παρεμβάσεις τους και να ενημερώνουν τον πολίτη όταν ένα ζήτημα επιλυθεί. Το παράδειγμα που μετέφερε ο Μανώλης Σαββής είναι αποκαλυπτικό. Όπως ανέφερε, όταν χρησιμοποίησε αντίστοιχη πλατφόρμα στην Αθήνα, δέχθηκε τηλεφώνημα την επόμενη ημέρα για να προσδιορίσει καλύτερα το σημείο του προβλήματος και μέσα σε μία εβδομάδα ενημερώθηκε ότι αυτό είχε αντιμετωπιστεί.
«Την άλλη μέρα είχα τηλέφωνο να δώσω εξηγήσεις πού ακριβώς είναι το πρόβλημα και σε μία εβδομάδα, αφού με ευχαρίστησαν για τον εντοπισμό του, μου είπαν ότι το πρόβλημα λύθηκε».
Ο ίδιος κατήγγειλε ότι στις 26 Ιουνίου υπέβαλε επώνυμα μέσω της πλατφόρμας αίτημα για ξερά κλαδιά και επικινδυνότητα μέσα σε οικισμό. Όπως ανέφερε, περίπου 25 ημέρες αργότερα, το αίτημα εξακολουθούσε να εμφανίζεται ως «νέο», γεγονός που, κατά την εκτίμησή του, σήμαινε ότι δεν είχε ακόμη αναληφθεί από κάποια υπηρεσία.
Το πλέον παράδοξο είναι ότι ο Δήμος Ρόδου δεν στερείται ψηφιακής πλατφόρμας. Η ηλεκτρονική διαχείριση αιτημάτων παρουσιάστηκε επίσημα ήδη το 2020, με στόχο οι αναφορές των πολιτών να προωθούνται άμεσα στο αρμόδιο τμήμα. Το 2022 ανακοινώθηκε και η διάθεση της εφαρμογής «Αιτήματα Πολιτών Δήμου Ρόδου» για κινητές συσκευές. Σήμερα, στην επίσημη ιστοσελίδα του δήμου λειτουργεί η υπηρεσία «Η Φωνή του Δημότη», μέσω της οποίας οι πολίτες μπορούν, με σύνδεση μέσω των προσωπικών τους κωδικών TaxisNet, να καταθέτουν αναφορές και παράπονα. βασικό πρόβλημα δεν φαίνεται να είναι η απουσία τεχνολογίας. Μια πλατφόρμα, όσο σύγχρονη και αν είναι, δεν λύνει από μόνη της ούτε τις λακκούβες ούτε το πρόβλημα της καθαριότητας. Χρειάζεται πίσω της μια οργανωμένη διοικητική αλυσίδα, κάποιος να παραλαμβάνει το αίτημα, να το αξιολογεί, να το αναθέτει στην αρμόδια υπηρεσία, να παρακολουθεί την πορεία του και να ελέγχει εάν πράγματι ολοκληρώθηκε.
Η σχέση Δήμου – δημότη – Δύο μοντέλα διοίκησης
Ο κ. Σαββής ανέδειξε και τη βαθύτερη πολιτική διάσταση του ζητήματος, τι σχέση θέλει να έχει ο δήμος με τον πολίτη;
Θέλει έναν πολίτη που υποβάλλει το αίτημά του θεσμικά και γνωρίζει ότι θα εξυπηρετηθεί επειδή αυτό αποτελεί υποχρέωση της υπηρεσίας; Ή έναν πολίτη που πρέπει να αναζητήσει προσωπικά τον δήμαρχο, τον αντιδήμαρχο, τον δημοτικό σύμβουλο για να ζητήσει παρέμβαση;
Στο πρώτο μοντέλο, το πρόβλημα καταγράφεται, παίρνει σειρά προτεραιότητας και αντιμετωπίζεται με τους ίδιους κανόνες για όλους. Ο αιρετός οργανώνει, εποπτεύει και αξιολογεί τη λειτουργία του μηχανισμού.
Στο δεύτερο, η αυτονόητη δημοτική υπηρεσία παρουσιάζεται ως προσωπική εξυπηρέτηση. Ο πολίτης ακούει το γνώριμο «άφησέ το πάνω μου», «θα μιλήσω εγώ» ή «κατόπιν ενεργειών μου λύθηκε το πρόβλημα». Η αποκατάσταση μιας λακκούβας, η απομάκρυνση ενός σωρού σκουπιδιών ή η αλλαγή μιας λάμπας μπορούν έτσι να πιστωθούν όχι στη λειτουργία του δήμου, αλλά στην προσωπική μεσολάβηση ενός πολιτικού προσώπου.
«Αυτό σημαίνει μια άλλη σχέση πολίτη και δημοτικής αρχής», υπογράμμισε ο Μανώλης Σαββής. «Δεν χρειάζεται να παίρνω τηλέφωνα στο γραφείο δημάρχου ούτε να παρακαλώ τον αντιδήμαρχο ούτε, “κατόπιν ενεργειών μου”, να κάνω κάτι. Ο λαϊκισμός είναι μια αρρώστια που συνεχίζει να κυριαρχεί στην ελληνική κοινωνία».
Μάλιστα, όταν η πλατφόρμα αιτημάτων του Δήμου Ρόδου παρουσιάστηκε το 2020, η τότε δημοτική διοίκηση είχε χρησιμοποιήσει μια εξαιρετικά χαρακτηριστική διατύπωση: στόχος ήταν «να σταματήσει αυτό το αλισβερίσι στον αντιδήμαρχο ή τον γνωστό». Συνέδεσε, μάλιστα, αυτή τη νοοτροπία με το συνολικό πρόβλημα αξιοπιστίας της Τοπικής Αυτοδιοίκησης.
«Η συμπεριφορά του πολιτικού συστήματος και ιδιαίτερα στην Τοπική Αυτοδιοίκηση –το δείχνουν και όλες οι μετρήσεις αξιοπιστίας απέναντί της– δεν είναι η καλύτερη», ανέφερε, προσθέτοντας ότι ζητήματα διαφάνειας και εκτεταμένης χρήσης απευθείας αναθέσεων ενισχύουν τη δυσπιστία των πολιτών.
Τα social media καταφυγή για τον Δημότη
Όταν ο επίσημος μηχανισμός δεν ανταποκρίνεται, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και τα μέσα ενημέρωσης μετατρέπονται σε άτυπο σύστημα αναφοράς προβλημάτων. Η φωτογραφία ενός ξεχειλισμένου κάδου, μιας παράνομης χωματερής ή ενός εγκαταλελειμμένου πάρκου αποκτά μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα από μια αναφορά που κατατίθεται στην αρμόδια υπηρεσία.
Και όταν, μετά τη δημοσιοποίηση, συνεργεία εμφανίζονται ξαφνικά και αντιμετωπίζουν το πρόβλημα, επιβεβαιώνεται ότι η λύση ήταν εφικτή. Εκείνο που έλειπε ήταν ο σταθερός μηχανισμός που θα την ενεργοποιούσε.
Ο Μανώλης Σαββής αναγνώρισε ότι, σε αρκετές περιπτώσεις, υπάλληλοι και συνεργεία κινητοποιούνται αμέσως μόλις δουν μια δημοσιοποίηση. Τόνισε όμως ότι «Αυτό δεν μπορεί να γίνεται ευκαιριακά. Πρέπει να υπάρχει ένας μηχανισμός και όχι απλώς να προσπαθούμε να φτιάξουμε την εικόνα. Το πρόβλημα να φτιάξουμε. Αυτό πρέπει να είναι ο στόχος μας».
Η στοχοποίηση των ΜΜΕ
Με αφορμή την στοχοποίηση δημοσιογράφων από τη δημοτική αρχή, ο κ. Σαββής τόνισε ότι δεν μπορεί ο Δήμος να αντιμετωπίζει τον πολίτη ή τον δημοσιογράφο που αναδεικνύει ένα πρόβλημα ως αντίπαλο. . Όπως σημείωσε ο Μανώλης Σαββής, ο στόχος πρέπει να είναι «να φτιάξουμε το πρόβλημα» και όχι απλώς να διορθώσουμε επικοινωνιακά την εικόνα.
Το ίδιο ισχύει και όταν υπηρεσίες, όπως η καθαριότητα, έχουν ανατεθεί σε ιδιωτικές εταιρείες. Η υπογραφή μιας μεγάλης σύμβασης δεν απαλλάσσει τον δήμο από την ευθύνη. Αντίθετα, καθιστά αναγκαίο τον ακόμη αυστηρότερο έλεγχο, εάν εκτελούνται τα προβλεπόμενα δρομολόγια, εάν πλένονται οι κάδοι, εάν απομακρύνονται τα ογκώδη αντικείμενα, εάν τηρούνται οι συμβατικές υποχρεώσεις και εάν τα χρήματα των δημοτών αντιστοιχούν σε πραγματικό αποτέλεσμα.
Οι λύσεις υπάρχουν και είναι δοκιμασμένες. Υπήρχαν ακόμη και στην εποχή του σταθερού τηλεφώνου, όταν ένας δήμος μπορούσε να λειτουργήσει εικοσιτετράωρη γραμμή και να κινητοποιήσει την υπηρεσία του το επόμενο πρωί. Σήμερα υπάρχουν κινητά τηλέφωνα, φωτογραφίες με γεωγραφικό εντοπισμό, ψηφιακά πρωτόκολλα, αυτόματες αναθέσεις, στατιστικά δεδομένα και δυνατότητα συνεχούς αξιολόγησης.
Όπως είπε ο Μανώλης Σαββής, «δεν θα ανακαλύψουμε τον τροχό».
Εκείνο που πρέπει να αποφασίσει ο Δήμος Ρόδου είναι εάν θέλει να λειτουργήσει ως ένας σύγχρονος οργανισμός, στον οποίο κάθε αίτημα καταγράφεται και κάθε υπηρεσία λογοδοτεί, ή εάν θα επιμένει σε ένα παρωχημένο μοντέλο προσωπικών μεσολαβήσεων.
Το ουσιαστικό δίλημμα το συνόψισε ο ίδιος είναι:
«Η σχέση που θέλω να έχω με τον πολίτη. Τον θέλω να είναι στα σκαλάκια του δημαρχείου, του αντιδημάρχου, ή θέλω να με ενημερώνει και να παρεμβαίνω με αξιοπιστία, να το καταμετρώ και να το παρακολουθώ; Αυτή είναι η δουλειά των αιρετών».




