To 1893 ναυπηγήθηκε στην Ελλάδα ένα από τα πρώτα σιδερένια ατμόπλοια. Ήταν το επιβατηγό ΑΘΗΝΑ, ιδιοκτησίας της «Ελληνικής Ατμοπλοΐας Τζων Μακ Δούαλ και Βαρβούρ» (John McDowall & Barbour).
Του ερευνητή-δύτη Κώστα Θωκταρίδη
Τον Ιούλιο του 1917 το ΑΘΗΝΑ περιήλθε στην ιδιοκτησία της Ανώνυμου Ελληνικής Εταιρείας Θαλάσσιων Επιχειρήσεων (Α.Ε.Ε.Θ.Ε.), η οποία είχε συσταθεί από τον εφοπλιστή-φαινόμενο της εποχής Αντώνη Παληό (1870-1919).
Το 1920 δρομολογήθηκε από τον Πειραιά προς Χίο- Σμύρνη-Σάμο-Πάτμο-Λέρο-Κάλυμνο-Κω-Αλικαρνασσό-Νίσυρο-Σύμη-Ρόδο-Μάκρη-Καστελλόριζο και ενίοτε προσέγγιζε και στην Κάρπαθο.
Τον Ιούνιο του 1921 το ΑΘΗΝΑ πωλήθηκε στην Ελληνική Ατμοπλοΐα Αδελφών Κ. Χατζηκωνσταντή και δρομολογήθηκε από τον Πειραιά προς Πάτρα-Αστακό-Μύτικα-Ζαβέρδα-Λευκάδα-Πρέβεζα-Πάργα-Ηγουμενίτσα-Κέρκυρα. Στα μέσα της δεκαετίας του τριάντα, η εταιρεία Χατζηκωνσταντή περιήλθε σε οικονομικό αδιέξοδο και το ΑΘΗΝΑ παροπλίστηκε στα Αμπελάκια της Σαλαμίνας. Σε αυτή τη θέση παρέμεινε μέχρι το 1939 οπότε και ημιβυθίστηκε συνέπεια διαρροών.
Τελικά τον Ιούλιο του 1942 το ΑΘΗΝΑ πωλήθηκε για παλιοσίδερα στον Ε. Στεφανίδη, και ανελκύστηκε το 1946. Το σκάφος θα είχε διαλυθεί εάν το Σεπτέμβριο του 1946 δεν είχε βρεθεί ένας απροσδόκητος αγοραστής ο οποίος ήταν ο ναυτικός Γεώργιος Φατσής.
Πίσω από αυτή την αγορά βρισκόταν η οργάνωση Mossad Aliyah Bet την οποία είχαν συστήσει Εβραίοι προκειμένου να μεταφέρουν ομοεθνείς τους στην Παλαιστίνη με σκοπό να αποτελέσουν τον πυρήνα ενός Εβραϊκού κράτους.
Το ΑΘΗΝΑ οδηγήθηκε στο Πέραμα όπου αφαιρέθηκαν οι διαβρωμένες υπερκατασκευές, ενώ τοποθετήθηκε μια μικρή γέφυρα κατάπρυμα.
Το πλοίο έλαβε το κωδικό όνομα RAFIAH και έχοντας οχταμελές Ελληνικό πλήρωμα συνοδευόμενο από έξι μέλη της Εβραϊκής οργάνωσης, αναχώρησε από τον Πειραιά με προορισμό το λιμάνι Bakar στην τότε Γιουγκοσλαβία. Προκειμένου να παραπλανήσουν τις Βρετανικές αρχές, είχε δηλωθεί πως το σκάφος θα παραλάμβανε Αρμένιους πρόσφυγες για να τους μεταφέρει στον Εύξεινο Πόντο. Στις 25 Οκτωβρίου 1946, το ΑΘΗΝΑ διέπλεε το δίαυλο της Λευκάδας όταν από πλοηγικό λάθος προσάραξε. Ανελκύστηκε την επομένη με τη βοήθεια ρυμουλκού και μετά από πολλές παλινωδίες συνέχισε το ταξίδι του προς το Βορρά.
Στο Bakar επιβίβασε 785 Εβραίους πρόσφυγες, οι οποίοι είχαν συγκεντρωθεί από διάφορες χώρες της ανατολικής Ευρώπης σε αναζήτηση μιας νέας πατρίδας. Αναχώρησε στις 26 Νοεμβρίου και ο επικεφαλής της αποστολής, ζήτησε από τον πλοίαρχο Βασίλη Εξαρχόπουλο να οδηγήσει το σκάφος στη νησίδα Σύρνα.
Η περιοχή των μικρών και συχνά ακατοίκητων νησιών των δυτικών Δωδεκανήσων αποτελούσε σημείο συνάντησης για τα σκάφη της Mossad Aliyah Bet, καθώς άλλα προέρχονταν από τον Εύξεινο Πόντο και άλλα από Ευρωπαϊκά λιμάνια της Μεσογείου. Στη Σύρνα θα αποβιβάζονταν μέλη του Ελληνικού πληρώματος και το ΑΘΗΝΑ θα συνέχιζε προς τη νησίδα Χαμηλή (Καμηλονήσι) όπου και θα συναντούσε το φορτηγό πλοίο LOCHITA, στο οποίο και θα μεταφέρονταν οι Εβραίοι πρόσφυγες.
Το ΑΘΗΝΑ πιθανότατα θα επέστρεφε σε κάποιο λιμάνι της Μεσογείου προκειμένου να επιβιβάσει εκ νέου πρόσφυγες.


Η απώλεια του πλοίου:
Το ΑΘΗΝΑ έφτασε στη Σύρνα στις 7 Δεκεμβρίου εν μέσω κακοκαιρίας. Το σκάφος που θα παραλάμβανε μέλη του πληρώματος δεν ήταν εκεί, οπότε ο πλοίαρχος αποφάσισε να αγκυροβολήσει στον όρμο του νησιού. Κατά τη διάρκεια των ελιγμών το ΑΘΗΝΑ προσέκρουσε σε βράχια με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί ρήγμα στα ύφαλα του πλοίου και να παρουσιαστεί εισροή υδάτων. Οι επιβαίνοντες εγκατέλειψαν το σκάφος, πηδώντας στα βράχια και προσπαθώντας με σκοινιά να συγκρατήσουν το ΑΘΗΝΑ κοντά στη στεριά. Οχτώ από τους πρόσφυγες έχασαν τη ζωή τους, κατά την εγκατάλειψη του σκάφους το οποίο τελικά βυθίστηκε μετά από 45 λεπτά.
Με ένα φορητό ασύρματο, οι ναυαγοί ειδοποίησαν τις βρετανικές αρχές που έλεγχαν τότε τα Δωδεκάνησα για τη θέση τους, και προσπάθησαν να προφυλαχτούν από τα στοιχεία της φύσης. Αφού έθαψαν τους νεκρούς, οι ναυαγοί ήρθαν σε επαφή με την οικογένεια των Ελλήνων που ζούσε στη νησίδα οι οποίοι τους προμήθευσαν με λίγα τρόφιμα. Την επομένη ένα βρετανικό αεροσκάφος έριξε στη νησίδα τρόφιμα, κουβέρτες και φάρμακα. Την 10η Δεκεμβρίου έφτασε στο νησί το βρετανικό αντιτορπιλικό PROVIDENCE.
Την επομένη κατέπλευσε και το ελληνικό αντιτορπιλικό ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ το οποίο είχε ειδοποιηθεί από τις βρετανικές αρχές και παράλαβε το πλήρωμα και 21 πρόσφυγες (11 τραυματίες και τους συνοδούς τους) τους οποίους και μετέφερε στη Ρόδο.
Τα βρετανικά αντιτορπιλικά PROVIDENCE και CHEVRON παρέλαβαν τους υπόλοιπους ναυαγούς τους οποίους και τελικά μετέφεραν σε στρατόπεδα στην Κύπρο όπου παρέμειναν ώσπου απελευθερώθηκαν το 1948.
Τον Οκτώβριο του 1972 μέλη του Ισραηλινού Πολεμικού Ναυτικού μετέβησαν στη Σύρνα και αφού εντόπισαν τα οστά των θυμάτων τα μετέφεραν στη Χάιφα όπου και ενταφιάστηκαν.
To ναυάγιο σήμερα:
Το ναυάγιο του ΑΘΗΝΑ βρίσκεται σε βάθος από 22 έως 38 μέτρα στον όρμο του Αγίου Ιωάννη της Σύρνας. Το σκάφος βρίσκεται ακουμπισμένο στον αμμώδη βυθό με την αριστερή του πλευρά.
Στο κατάστρωμα του ΑΘΗΝΑ στέκουν στη θέση τους τα δυο κουβούσια που πλαισίωναν το ανοίγματα του αμπαριού. Στο μέσο του σκάφους απομένουν τα καπόνια απ’ όπου άλλοτε κρέμονταν οι σωστικές λέμβοι του.
Η επιβλητική πλώρη του ατμόπλοιου δεσπόζει στο βυθό της Σύρνας και αποτελεί το βαθύτερο σημείο του ναυαγίου. Από την πλώρη του σκάφους κρέμονται οι αγκυροκαδένες του ΑΘΗΝΑ οι οποίες στηρίζονταν στο κατάστρωμα της πλώρης. Στο κατάστρωμα της πλώρης βρίσκεται ο εργάτης της άγκυρας ενώ σε εξαιρετική κατάσταση παραμένει το καμπούνι που άλλοτε προστάτευε τα μέλη του πληρώματος σε περίπτωση κακοκαιρίας. Από τα ανοίγματα του καταστρώματος διακρίνεται το εσωτερικό του πλωραίου διαμερίσματος όπου βρίσκονται τα δυο ρήγματα.
Tο σκάφος δεν διέθετε υδατοστεγή διαμερίσματα, αυτή η φαινομενικά ελεγχόμενη εισροή υδάτων καθόρισε το τέλος του. Τα ρήγματα είναι κάθετα προς τον οριζόντιο άξονα του πλοίου, και πλησίον τους βρίσκεται ένας σωρός από κάρβουνο προφανώς υπολείμματα από την καύσιμη ύλη που χρησιμοποιούσε προπολεμικά το ΑΘΗΝΑ.
Στην ακτή της Σύρνας έχει αναγερθεί ένα μνημείο για να θυμίζει σε όσους βρεθούν στο απομακρυσμένο νησί, τη ναυτική τραγωδία που διαδραματίστηκε εκεί το χειμώνα του 1946.




