Μια υπόθεση που ξεκίνησε από την αναφορά για τον θάνατο 14 ορνίθων στη Ρόδο, κατέληξε στην επιβολή προστίμου 700.000 ευρώ και πλέον μεταφέρεται στις δικαστικές αίθουσες, με τον φερόμενο ως υπαίτιο να καταθέτει προσφυγή και ανακοπή κατά της πράξης επιβολής προστίμου, αλλά και των πράξεων βεβαίωσης και είσπραξης.
Η υπόθεση, όπως περιγράφεται στα δικόγραφα, τοποθετείται στις 21/6/2025. Σε κατοικία στην Κρεμαστή Ρόδου, διαπιστώθηκε ότι 14 όρνιθες σε κοτέτσι βρέθηκαν νεκρές, με την εκτίμηση ότι είχαν δηλητηριαστεί. Το άτομο που διατηρούσε τον ορνιθώνα υπέβαλε καταγγελία στο Α.Τ. Ιαλυσού, θεωρώντας υπεύθυνο συγγενικό του πρόσωπο, το οποίο, όπως αναφέρεται, τάιζε κατά διαστήματα τα ζώα για να τον διευκολύνει όταν απουσίαζε στην εργασία του.
Από την πρώτη στιγμή η υπόθεση ακολούθησε δύο παράλληλες διαδρομές: ποινική διερεύνηση αφενός και διοικητική διαδικασία για την επιβολή προστίμου αφετέρου, με βάση τον Ν. 4830/2021. Το Α.Τ. Ιαλυσού προχώρησε στην έκδοση πράξης βεβαίωσης παράβασης και επιβολής διοικητικού προστίμου.
Σημείο-κλειδί στην εξέλιξη της υπόθεσης είναι η δήλωση του μηνυτή συγγενή στις 16/7/2025, με την οποία ανακαλεί τη μήνυση και δηλώνει ότι δεν επιθυμεί την ποινική δίωξη, καθώς πείστηκε, σύμφωνα με τα δικόγραφα, ότι ο καταγγελλόμενος δεν είχε σχέση με τον θάνατο των ζώων. Παρά την ανάκληση, η διοικητική διαδικασία συνεχίστηκε, οδηγώντας σε ενστάσεις, απορρίψεις και τελικά σε δικαστική προσφυγή, με την πλευρά του πολίτη να υποστηρίζει ότι δεν είχε καμία ανάμειξη και ότι η διοικητική κύρωση δεν εδράζεται σε νόμιμη και πραγματική βάση.
Οι αντιρρήσεις κατά της πράξης επιβολής προστίμου κατατέθηκαν στις 17/7/2025, όμως, σύμφωνα με όσα αποτυπώνονται στα δικόγραφα, το Α.Τ. Ιαλυσού τις απέρριψε, επικαλούμενο ότι εκκρεμεί η ποινική διάσταση της υπόθεσης και ότι το ζήτημα θα επανεξεταστεί μετά την τελεσιδικία της απόφασης του Δικαστηρίου. Η συγκεκριμένη αναφορά γίνεται στη συνέχεια κεντρικό επιχείρημα της προσφυγής, καθώς χαρακτηρίζεται αντιφατική: αν απαιτείται η τελεσιδικία της ποινικής υπόθεσης, τίθεται ζήτημα για το κατά πόσο δικαιολογείται, στο παρόν στάδιο, η επιβολή του ανώτατου διοικητικού προστίμου.
Πώς προέκυψε το πρόστιμο των 700.000 ευρώ
Ο πυρήνας της υπόθεσης βρίσκεται στο ύψος του προστίμου και στη «μαθηματική λογική» με την οποία υπολογίστηκε. Σύμφωνα με τα δικόγραφα, επιβλήθηκε πρόστιμο 50.000 ευρώ για κάθε όρνιθα. Για 14 όρνιθες, το συνολικό ποσό διαμορφώθηκε σε 700.000 ευρώ, με ρητή αναφορά ότι επιλέχθηκε το ανώτατο προβλεπόμενο ποσό ανά ζώο. Η επιλογή αυτή παρουσιάζεται από την πλευρά του πολίτη ως εξοντωτική και δυσανάλογη σε σχέση με τα πραγματικά δεδομένα της συγκεκριμένης περίπτωσης.
Παράλληλα, καταγράφονται συγκεκριμένες διοικητικές πράξεις που ακολούθησαν για τη βεβαίωση και την είσπραξη του ποσού, οι οποίες επίσης προσβάλλονται στο πλαίσιο της δικαστικής προσφυγής και της ανακοπής.
Το ζήτημα της προηγούμενης ακρόασης
Κεντρικό θεσμικό επιχείρημα της προσφυγής αφορά την έλλειψη προηγούμενης ακρόασης του πολίτη πριν από την έκδοση της πράξης επιβολής προστίμου. Στα δικόγραφα επισημαίνεται ότι ο προσφεύγων δεν κλήθηκε να εκθέσει τις απόψεις του πριν από την επιβολή της διοικητικής κύρωσης, γεγονός που, όπως υποστηρίζεται, παραβιάζει θεμελιώδη δικονομική εγγύηση.
Η ένσταση δεν περιορίζεται σε τυπικό επίπεδο. Τονίζεται ότι σε υποθέσεις τόσο υψηλής οικονομικής επιβάρυνσης, όπως αυτή με πρόστιμο 700.000 ευρώ, η προηγούμενη ακρόαση λειτουργεί ως ουσιαστικός μηχανισμός ελέγχου της διοίκησης, καθώς επιτρέπει την προσκόμιση κρίσιμων στοιχείων πριν παγιωθεί μια βλαπτική πράξη, ιδίως όταν επιλέγεται το ανώτατο δυνατό μέτρο. Κατά την επιχειρηματολογία της προσφυγής, η παράλειψη αυτή καθιστά την πράξη επιβολής προστίμου άκυρη ως τίτλο είσπραξης και, κατά συνέπεια, παρασύρει και τις επόμενες πράξεις βεβαίωσης που στηρίζονται σε αυτή.
Ο νόμος για τα ζώα συντροφιάς και οι όρνιθες
Ένα ακόμη ουσιαστικό σημείο της διαμάχης αφορά το κατά πόσο η υπόθεση υπάγεται ορθά στον Ν. 4830/2021. Ο νόμος αυτός ρυθμίζει, μεταξύ άλλων, ζητήματα προστασίας ζώων συντροφιάς και ευζωίας τους. Στα δικόγραφα υποστηρίζεται ότι οι όρνιθες, ως οικόσιτα ζώα που εκτρέφονται για κάλυψη οικογενειακών αναγκών, δεν εμπίπτουν στην έννοια των ζώων συντροφιάς, άρα δεν θα έπρεπε να εφαρμοστεί η συγκεκριμένη διάταξη για την επιβολή του προστίμου.
Η επιχειρηματολογία αυτή επιχειρεί να προσβάλει την κύρωση στη βάση της: αν θεωρηθεί ότι εφαρμόστηκε λανθασμένος κανόνας δικαίου ως προς το είδος των ζώων, τότε, κατά την πλευρά του προσφεύγοντος, η διοικητική κύρωση παραμένει νομικά έωλη, ανεξάρτητα από το αν οι διαδικαστικές ενέργειες είχαν τυπικά τηρηθεί.
Η αιτιολογία που «επιστρέφει» ως επιχείρημα
Η αναφορά του Α.Τ. Ιαλυσού ότι το ζήτημα θα επανεξεταστεί μετά την τελεσιδικία της ποινικής υπόθεσης παρουσιάζεται στην προσφυγή ως αιτιολογία που λειτουργεί «αντεστραμμένα». Από τη μία, η διοίκηση φαίνεται να αναγνωρίζει τον καθοριστικό ρόλο της ποινικής κρίσης. Από την άλλη, δεν αναστέλλει τις συνέπειες της διοικητικής κύρωσης ούτε τεκμηριώνει επαρκώς γιατί επέλεξε το ανώτατο πρόστιμο προτού υπάρξει τελεσίδικη ποινική απόφαση.
Στα δικόγραφα τονίζεται ότι η αιτιολογία αυτή δεν απαντά ουσιαστικά στις αντιρρήσεις του πολίτη, αλλά τις παρακάμπτει, αφήνοντάς τον αντιμέτωπο με ένα εξαιρετικά υψηλό ποσό, την ίδια στιγμή που η ίδια η αρχή παραδέχεται ότι το ζήτημα θα χρειαστεί να επανεξεταστεί σε μεταγενέστερο χρόνο.
ΠΗΓΗ: DIMOKRATIKI




