Φιλοξενούμε σήμερα έναν άνθρωπο που η πορεία του είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τον παλμό του Ελληνισμού στη Μελβούρνη. Ο κ. Κώστας Αλαβέρας, μια από τις πιο δραστήριες προσωπικότητες της παροικίας, υπηρετεί εδώ και δεκαετίες την κοινωνική προσφορά από καίριες θέσεις: από τη φροντίδα για την τρίτη ηλικία στην Ομοσπονδία Ελλήνων Συνταξιούχων, μέχρι τη διαφύλαξη της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς μέσω του Ιπποκρατείου Ιδρύματος.
Στη συζήτηση που ακολουθεί, μας ανοίγει την καρδιά του για το όραμά του, τις προκλήσεις της ομογένειας και τη δύναμη του εθελοντισμού.
Georg Gstrein
Κύριε Αλαβέρα, ας πάμε πίσω στον χρόνο. Ποια ήταν η αφορμή ή το κίνητρο που σας οδήγησε να αφήσετε την Ελλάδα και να επιλέξετε την Αυστραλία ως τον νέο σας προορισμό;
Συνοπτικά, το βασικό κίνητρο της μετανάστευσης κατά τη δεκαετία του 1960 ήταν η αναζήτηση εργασίας και καλύτερων συνθηκών διαβίωσης, τόσο για τους ίδιους τους μετανάστες όσο και για τις οικογένειές τους.
Ένας ακόμη σημαντικός λόγος, όπως συνέβη και στη δική μου περίπτωση, ήταν η επιθυμία να επανενωθούν με αδέλφια ή άλλους συγγενείς που είχαν ήδη μεταναστεύσει στην Αυστραλία.
Οι δυνατότητες για επαγγελματική εξέλιξη στην Ελλάδα ήταν τότε πολύ περιορισμένες, ενώ ακόμη πιο περιορισμένες ήταν οι προοπτικές για ανώτερες σπουδές.
Έτσι, όταν ο αδελφός μου με κάλεσε να έρθω στην Αυστραλία, αποδέχθηκα την πρότασή του χωρίς πολλούς ενδοιασμούς και, μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα, βρέθηκα κι εγώ στην Αυστραλία, ξεκινώντας ένα νέο κεφάλαιο στη ζωή μου.
Πώς ήταν οι πρώτες μέρες στη Μελβούρνη; Ποια ήταν η μεγαλύτερη δυσκολία που αντιμετωπίσατε ως νέος μετανάστης και τι σας έκανε να νιώσετε «σαν στο σπίτι σας;
Με το που πάτησα το πόδι μου στη Μελβούρνη, τις πρώτες μέρες ένιωθα παράξενα. Ήταν κάτι ανάμεσα σε ενθουσιασμό, αβεβαιότητα, νοσταλγία, αλλά και μοναξιά. Ειδικά η μοναξιά είναι κάτι που αρκετοί δεν το περιμένουν. Μπορεί να βρίσκεσαι σε μια μεγάλη, ζωντανή πόλη, αλλά την ίδια στιγμή να νιώθεις εντελώς μόνος.
Όλα για μένα ήταν καινούργια. Ο τρόπος που λειτουργούσαν τα μέσα συγκοινωνίας μού φαινόταν παράξενος, το να ακούω ανθρώπους να μιλούν ξένες γλώσσες που εγώ δεν καταλάβαινα, ακόμη και ο θόρυβος της πόλης μού ήταν ξένος. Και όμως, μέσα σε αυτή την πολυκοσμία, τον θόρυβο και τη γεμάτη ζωή πόλη, εγώ ένιωθα απομονωμένος. Μου έλειπε ο κοινωνικός μου κύκλος, οι άνθρωποι που άφησα πίσω μου. Ευτυχώς, δεν ένιωσα για πολύ καιρό τόσο έντονα αυτή την αποξένωση, γιατί βρέθηκα κοντά στα αδέλφια μου και σε συγγενείς.
Ένα άλλο στοιχείο που σε κυριεύει στην αρχή είναι η αβεβαιότητα. Διερωτάσαι συνεχώς αν θα βρεις εργασία και τι είδους εργασία θα είναι αυτή. Αναρωτιόμουν αν θα μπορούσα τελικά να προσαρμοστώ σε αυτόν τον νέο τρόπο ζωής και αν κάποια μέρα θα κατάφερνα να πω ότι ανήκω και εγώ εδώ.
Μετά τις πρώτες μέρες, όμως, άρχισε κάτι να αλλάζει μέσα μου. Γνώρισα καινούργιους ανθρώπους, συμπατριώτες μας, που με κάλεσαν με θέρμη στα σπίτια τους. Πήγα μαζί τους στην εκκλησία, καθώς και σε εκδηλώσεις του Συλλόγου μας, τον οποίο είχαν ιδρύσει οι προηγούμενοι μετανάστες. Εκεί ένιωσα αμέσως σαν το σπίτι μου. Συνάντησα και γνώρισα ανθρώπους που είχαν αντιμετωπίσει ακριβώς τα ίδια προβλήματα με εμένα στο ξεκίνημά τους. Μου έδωσαν κουράγιο και δύναμη, ενώ διασκέδασα σε ένα καθαρά ελληνικό περιβάλλον. Ένιωθα, επιτέλους, ότι βρισκόμουν σε ένα γνώριμο μέρος, στον τόπο μου.
Έτσι, η αβεβαιότητα της προσαρμογής άρχισε σιγά-σιγά να υποχωρεί. Όλα γύρω μου γίνονταν πιο οικεία. Βρήκα δουλειά, βρέθηκα ανάμεσα σε δικούς μου ανθρώπους και άρχισα να πιστεύω ότι ανήκω κι εγώ εδώ. Σιγά-σιγά χτίζεται μέσα μου μια δεύτερη πατρίδα. Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι θα αντικαταστήσει ποτέ την πρώτη, τη γενέτειρά μου. Οπωσδήποτε όχι.
Πότε καταλάβατε ότι θέλετε να ασχοληθείτε ενεργά με τα κοινά της ομογένειας; Υπήρξε κάποιο συγκεκριμένο γεγονός που σας ώθησε σε αυτό;
Δεν νομίζω ότι κάποιο συγκεκριμένο γεγονός με έκανε να ασχοληθώ ενεργά με τα κοινά της παροικίας μας. Πιστεύω ότι είναι ένας συνδυασμός από βαθύτερες ανάγκες και εμπειρίες.
Το κύριο μέλημα του μετανάστη είναι να αισθάνεται ότι ανήκει κάπου. Εκεί δηλαδή όπου οι άνθρωποι μιλάνε την ίδια γλώσσα, έχουν τα ίδια ήθη και έθιμα, την ίδια θρησκεία, το ελληνικό σχολείο και κοινές αναμνήσεις από την πατρίδα. Αυτά ακριβώς είναι που ενώνουν και συνδέουν τους ομογενείς.
Ένας άλλος παράγοντας, ιδιαίτερα για τον καινούργιο μετανάστη, είναι η κοινωνική στήριξη· κάτι που εγώ ο ίδιος χρειάστηκα πολύ όταν πρωτοήρθα. Θέλησα, λοιπόν, κι εγώ από την πλευρά μου να προσφέρω όσο μπορώ σε αυτόν τον τομέα. Μέσα από τη δραστηριότητα των Συλλόγων μπορούν να επιτευχθούν όλα αυτά.
Με αυτόν τον τρόπο, όχι μόνο θα διατηρήσουμε την ταυτότητά μας, τη γλώσσα μας, τη θρησκεία και τα έθιμά μας, αλλά—το κυριότερο—θα εκπληρώσουμε ένα βασικό μας καθήκον: να τα μεταδώσουμε στις γενιές που έρχονται, στα παιδιά και στα εγγόνια μας. Όταν συμμετέχεις στα κοινά της παροικίας, συνειδητοποιείς βαθιά ότι αυτός είναι ο μοναδικός τρόπος για να κρατήσεις ζωντανό ένα κομμάτι της πατρίδας σου στην άλλη άκρη του κόσμου.
Πώς έχει αλλάξει ο ρόλος των ελληνικών συλλόγων στην Αυστραλία με το πέρασμα των δεκαετιών;
Ο ρόλος των ελληνικών συλλόγων στην Αυστραλία έχει αλλάξει σημαντικά με το πέρασμα των χρόνων. Όταν πρωτοιδρύθηκαν, είχαν ως κύριο σκοπό να στηρίξουν τους νεομετανάστες, να διατηρήσουν τη γλώσσα, τη θρησκεία, τα ήθη, τα έθιμα και γενικά την παράδοσή μας. Βασική ανάγκη ήταν να έχουν οι άνθρωποι κάπου να συναντιούνται, να γνωρίζονται μεταξύ τους, να δημιουργούν φιλίες και να νιώθουν σαν το σπίτι τους μέσα σε μια ξένη χώρα.
Με τον καιρό, όμως, καθώς οι μετανάστες της πρώτης γενιάς άρχισαν να προσαρμόζονται στον νέο τρόπο ζωής, οι σύλλογοι άρχισαν να μεταλλάσσονται. Σήμερα, διοργανώνουν μεγάλες πολιτιστικές εκδηλώσεις, εορτασμούς εθνικών επετείων, παραδοσιακούς χορούς, θεατρικές παραστάσεις και συστηματικά μαθήματα ελληνικής γλώσσας. Αναπτύσσουν πλέον γέφυρες με την ευρύτερη τοπική κοινωνία, χωρίς όμως αυτό να επηρεάζει στο ελάχιστο την ελληνική τους ταυτότητα. Δεν επιτρέπουν με κανέναν τρόπο να εισχωρήσουν ξένα στοιχεία, καθώς επιθυμούν η ταυτότητά τους να παραμείνει ανόθευτη, αμόλυντη και καθαρά ελληνική.
Πλέον, οι σύλλογοι επικεντρώνονται περισσότερο σε πολιτιστικές δραστηριότητες, οργανώνοντας μεγάλα φεστιβάλ και χορευτικά συγκροτήματα, ενώ προβάλλουν δυναμικά την ύπαρξή τους ως ελληνική κοινότητα. Δεν είμαστε πια μια μειονότητα χωρίς φωνή· έχουμε αποκτήσει ισχυρό πολιτιστικό και κοινωνικό εκτόπισμα μέσα στην πολυπολιτισμική Αυστραλία. Μάλιστα, μέσω αυτών των συλλόγων, προωθούνται παιδιά της νέας γενιάς στην πολιτική, τα οποία καταφέρνουν να εκλέγονται και να αποκτούν επίσημη φωνή στο Κοινοβούλιο της Αυστραλίας. Με αυτόν τον τρόπο διαμορφώνεται μια σύγχρονη Ελληνοαυστραλιανή ταυτότητα, η οποία, χωρίς να μένει προσκολλημένη μόνο στο παραδοσιακό παρελθόν, καταφέρνει να συνδέει ουσιαστικά τις νεότερες γενιές με την ελληνική τους κληρονομιά.
Αν έπρεπε να περιγράψετε τον “Ελληνισμό της Αυστραλίας” με τρεις λέξεις, ποιες θα ήταν αυτές και γιατί;
Αν έπρεπε να περιγράψω τον Έλληνα μετανάστη της Αυστραλίας, θα στεκόμουν σε τρία βασικά χαρακτηριστικά:
Ο Νοσταλγός: Έχει συνεχώς την Ελλάδα μέσα στο μυαλό και την καρδιά του. Η βαθιά του επιθυμία είναι να επιστρέψει κάποια στιγμή μόνιμα στην πατρίδα και εκεί, στη γενέτειρά του, να αφήσει τελικά τα κόκκαλά του. Ωστόσο, στην πορεία δημιουργούνται νέες, ισχυρές υποχρεώσεις· τα παιδιά και τα εγγόνια του που γεννήθηκαν εκεί, τον δεσμεύουν και τον κρατούν τελικά στην Αυστραλία.
Ο Πατριώτης Έλληνας: Όσο κι αν έχει προσαρμοστεί πλήρως στα δεδομένα και την καθημερινότητα της Αυστραλίας, η Ελλάδα παραμένει η απόλυτη προτεραιότητά του. Διατηρεί στο ακέραιο την εθνική του ταυτότητα, την κουλτούρα, τη θρησκεία, τη γλώσσα, τα ήθη, τα έθιμα και τον θεσμό της οικογένειας. Όλα αυτά τα ιερά στοιχεία προσπαθεί με κάθε δυνατό τρόπο και θυσία να τα μεταδώσει στις επόμενες γενιές, στα παιδιά και στα εγγόνια του.
Ο Άριστος Οικογενειάρχης: Θυσίασε τα δικά του νιάτα, τις επιθυμίες και την προσωπική του άνεση, προκειμένου να προσφέρει ό,τι καλύτερο μπορούσε στα παιδιά του. Τα μόρφωσε, τα σπούδασε στα μεγαλύτερα πανεπιστήμια και είναι αξιοσημείωτο ότι οι Έλληνες της Αυστραλίας, σε αναλογία πληθυσμού, έχουν σήμερα τους περισσότερους επιστήμονες στη χώρα. Γενικά, ο μετανάστης φρόντισε για την πλήρη επαγγελματική και κοινωνική αποκατάσταση των παιδιών του, προσφέροντάς τους ακόμη και τη μέγιστη οικονομική βοήθεια στο ξεκίνημά τους, ενώ τώρα, στα γεράματά του, συνεχίζει να βρίσκεται περήφανα δίπλα τους.
Μιλήστε μας για το ΣΑΕ Περιφέρειας Ωκεανίας – Άπω Ανατολής.
Το Συμβούλιο Απόδημου Ελληνισμού (ΣΑΕ) ιδρύθηκε με σκοπό να προβάλλει διεθνώς όλα τα κρίσιμα θέματα που αφορούν τον Απόδημο Ελληνισμό, να τα αντιμετωπίζει έγκαιρα και σωστά όταν αυτά προκύπτουν, και να βρίσκει ουσιαστικές λύσεις. Ο θεμελιώδης στόχος του είναι να λειτουργεί ως μια ισχυρή γέφυρα για την καλύτερη επικοινωνία της Διασποράς με την μητέρα πατρίδα, συνδέοντας παράλληλα ολόκληρο τον Απόδημο Ελληνισμό σε ένα ενιαίο, παγκόσμιο δίκτυο.
Μέσα από τη δράση του, το ΣΑΕ επιδιώκει να προωθεί την ελληνική ταυτότητα, τη γλώσσα και τον πολιτισμό μας σε κάθε γωνιά του πλανήτη. Είναι εξαιρετικά σημαντικό να τονιστεί ότι το ΣΑΕ δεν αποτελεί κυβερνητικό όργανο. Σταθερός στόχος του είναι να συνεργάζεται στενά με την εκάστοτε ελληνική πολιτεία, διατηρώντας όμως πλήρως την αυτονομία του και χωρίς να έχει καμία απολύτως πολιτική ή κομματική εξάρτηση.
Πώς βλέπετε το μέλλον του Ελληνισμού στη Μελβούρνη; Υπάρχει κίνδυνος να χαθεί η γλώσσα και η παράδοση στις νεότερες γενιές ή είστε αισιόδοξος;
Δεν θα μπορούσα να πω ότι είμαι αισιόδοξος πως δεν θα χαθεί, αλλά ούτε και απαισιόδοξος ότι θα χαθεί.
Για τη γλώσσα μπορώ να πω ότι δυστυχώς φθίνει, δυστυχώς χάνεται σιγά σιγά. Είναι το πιο ευάλωτο στοιχείο.
Τα παιδιά μεγαλώνουν σε ένα αγγλόφωνο περιβάλλον. Οι γονείς τους, μιλάω για γονείς της δεύτερης γενιάς, μεγάλωσαν στο ίδιο αγγλόφωνο περιβάλλον. Στην καθημερινότητά τους μιλούν αγγλικά, επικοινωνούν μεταξύ τους στην αγγλική, τους είναι πολύ πιο εύκολο, όπως ομολογούν οι ίδιοι –και είναι φυσικό– να μιλούν στα παιδιά τους αγγλικά. Η χρήση της ελληνικής στο σπίτι δεν υπάρχει. Μπορεί να ακούς κανένα ελληνικό τραγούδι ευτυχώς.
Αν υπάρχουν παππούδες και γιαγιάδες κοντά και βλέπονται με τα εγγόνια τους καθημερινά, εκεί υπάρχει λίγη χρήση της ελληνικής. Δυστυχώς και οι παππούδες και οι γιαγιάδες πολλές φορές κάνουν χρήση των αγγλικών τους, που οι περισσότεροι δεν τα κατέχουν. Συχνά ακούς τα εγγονάκια να τους λένε: “Πολύ funny English μιλάς, παππού”. Εφόσον λοιπόν δεν μεταδίδεται στο σπίτι η γλώσσα, όλο και υποχωρεί.
Δεν θα έλεγα ότι υπάρχει η ίδια ανησυχία για την ελληνική ταυτότητα της νέας γενιάς, πως θα χαθεί. Αυτό που μας κάνει να είμαστε αισιόδοξοι είναι που βλέπουμε τους νέους να συμμετέχουν ενεργά στις πολιτιστικές εκδηλώσεις. Διατηρούνται σχολεία και πολιτιστικά κέντρα που διοργανώνουν διάφορες πολιτιστικές εκδηλώσεις. Για παράδειγμα, εκδηλώσεις όπως το Antipodes Festival που διοργανώνει η Κοινότητα Μελβούρνης κάθε χρόνο, έχει τεράστια επιτυχία. Εφέτος για παράδειγμα, σύμφωνα με υπολογισμούς, το Σαββατοκύριακο που διήρκησε το φεστιβάλ πέρασαν περισσότεροι από 150.000 και παρακολουθήσαν την εκδήλωση. Σε αυτό το πλήθος, η πολύ μεγάλη πλειοψηφία ήταν παιδιά της 2ης, 3ης, ακόμα και 4ης γενιάς. Βεβαίως μέσα στο πλήθος ήταν και ξένοι.
Η ταυτότητα τώρα βέβαια, έχει κάπως αλλάξει. Έχει γίνει πιο σύνθετη. Λέμε “Ελληνοαυστραλοί”, δεν λέμε “Έλληνες”. Έχει αλλάξει και μορφή· από “παραδοσιακή” έχει γίνει περισσότερο “κοινωνική”. Αυτό δεν νομίζω πως θα πρέπει να μας ανησυχεί. Άλλωστε, μην περιμένουμε αυτό που η πρώτη γενιά αισθάνεται –τον ελληνικό πολιτισμό ως ένα κομμάτι της ύπαρξής της– να το αισθάνονται το ίδιο και οι νέοι που γεννήθηκαν εδώ, στην Αυστραλία. Και το καταλαβαίνουμε αυτό. Η σύνδεση των νέων είναι περισσότερο συμβολική παρά βίωμα.
Ένα άλλο, πολύ πολύ ενθαρρυντικό στοιχείο είναι που βλέπουμε πολλούς από τους νέους να δείχνουν ενδιαφέρον, έστω και στην εφηβική τους ηλικία, να μάθουν ή να βελτιώσουν τα ελληνικά τους. Ταξιδεύουν στην Ελλάδα όχι μόνο για να δουν τη χώρα, αλλά για να γνωρίσουν τον τόπο καταγωγής τους. Ένδειξη και αυτό ότι δεν θέλουν να αποκοπούν, αλλά να παραμείνουν συνδεδεμένοι με την ελληνική καταγωγή τους. Η ταυτότητα τώρα, μπορώ να πω, γίνεται “επιλογή” παρά “δεδομένο”. Έστω και έτσι, δεν παύει όμως να είναι ταυτότητα
Μετά από τόσα χρόνια προσφοράς, τι θα συμβουλεύατε έναν νέο Έλληνα που σκέφτεται σήμερα να μεταναστεύσει στην Αυστραλία;
Η Αυστραλία είναι μια χώρα με ισχυρή οικονομία και προσφέρει πολλές ευκαιρίες σε αυτόν που θέλει να εξελιχθεί επαγγελματικά. Μην θαρείτε όμως πως είναι η λύση σε όλα. Εξαρτάται τι κάνει κάποιον να θέλει να μεταναστεύσει. Πρέπει να λάβει υπόψη του ότι απομακρύνεται από την οικογένειά του, αν θα του είναι εύκολο να προσαρμοστεί σε έναν νέο τρόπο ζωής, αν γνωρίζει τη γλώσσα και αν έχει κάποια προσόντα.
Αν, τέλος, είναι έτοιμος να δουλέψει σκληρά, τότε η Αυστραλία μπορεί να αποδειχθεί μια εξαιρετική επιλογή. Πάντως, χωρίς να θέλω να κάνω την Αυστραλία ιδανική χώρα, αξίζει να δοκιμάσει.
Ποιο είναι το επόμενο μεγάλο «στοίχημα» ή έργο που θα θέλατε να δείτε να πραγματοποιείται στην Ομογένεια;
Η ελληνική γλώσσα έχει αναδειχθεί σύμβολο παγκόσμιου πολιτισμού.
Της αξίζει λοιπόν, να γίνει κάθε προσπάθεια να συνεχίσει να μιλιέται και από την τέταρτη και πέμπτη γενιά. Να μη χαθεί από την Αυστραλία. Για να επιτευχθεί αυτό, πιστεύω, θα μπορούσε να γίνει ένα μεγάλο πρόγραμμα που θα εξασφάλιζε αυτή την επιτυχία.
Θα ήσασταν θετικός να συμμετάσχετε σε ανεξάρτητο Global Union of Greek Diaspora;
Επειδή πιστεύω στη σημασία της συνεργασίας της ελληνικής διασποράς, ευχαρίστως θα απαντούσα ναι.
Για να είμαι βέβαιος, όμως, πως η συμμετοχή μου θα μπορούσε να συμβάλει ουσιαστικά στην ανάπτυξη αυτού του φορέα, θα ήθελα να γνωρίσω καλύτερα τους στόχους, τη δομή και τον τρόπο λειτουργίας του.
Ποιο μήνυμα θα θέλατε να στείλετε στους Έλληνες της μητροπολιτικής Ελλάδας εκ μέρους των Ελλήνων της Ωκεανίας;
Αγαπητά μας αδέλφια,
Ο δεσμός που μας ενώνει, παρά τη μεγάλη απόσταση που μας χωρίζει, παραμένει βαθιά ριζωμένος στις καρδιές μας. Τίποτα δεν μπορεί να τον σβήσει· ούτε τα χιλιάδες χιλιόμετρα ούτε το πέρασμα του χρόνου.
Νιώθουμε περηφάνια για την ιστορία, τη γλώσσα, τον πολιτισμό, τα ήθη και τα έθιμά μας. Είναι μια πολύτιμη κληρονομιά που προσπαθούμε, με κάθε τρόπο, να μεταδώσουμε στα παιδιά και στα εγγόνια μας, ώστε να κρατήσουν ζωντανή την ελληνική τους ταυτότητα.
Παρακολουθούμε με θαυμασμό, αλλά και με αγωνία, τις δυσκολίες που αντιμετωπίζετε στην Ελλάδα, ιδιαίτερα μετά τις οικονομικές κρίσεις. Συμμεριζόμαστε τις αγωνίες σας, χαιρόμαστε με τις χαρές σας. Σας λέμε από καρδιάς: Κουράγιο, αδέλφια! Η Ελλάδα πάντοτε έβρισκε τη δύναμη να σηκώνεται όρθια, γιατί αυτό διδάσκει η ιστορία της.
Και να ξέρετε πως, όσο κι αν ζούμε μακριά, στην Αυστραλία, δεν πάψαμε ούτε θα πάψουμε ποτέ να είμαστε Έλληνες. Η Ελλάδα δεν είναι μόνο ο τόπος όπου γεννηθήκαμε ή από όπου ξεκινήσαμε. Είναι η ψυχή μας, οι ρίζες μας και η καρδιά μας.
ΠΗΓΉ: hephaestuswien.com




