Ο δικηγόρος Χριστόδουλος Μαλιαράκης σχολιάζει σε άρθρο του την επιστολή του αντιδημάρχου Μεσαιωνικής Πόλης Σωτήρη Βαγιανού προς την Δημοτική Επιτροπή και τον Τηλέμαχο Καμπούρη, σχετικά με την ολοκλήρωση του διαγωνισμού για τα drones επιτήρησης της Μεσαιωνικής Πόλης από ιδιωτική εταιρία, αποδομώντας την προσπάθεια να κατευνασμού των ενστάσεων και των ανησυχιών όσον αφορά τη νομιμότητα και την προστασία των προσωπικών δεδομένων:
Καταρχάς, χαίρομαι που τα ζητήματα νομιμότητας ως προς την προστασία των προσωπικών δεδομένων αναγνωρίζονται ως θεμιτά και ουσιώδη.
α) Οφείλω να επισημάνω ότι η απάντηση του Δήμου, παρά τον καθησυχαστικό της τόνο, συνιστά κατ’ ουσίαν ομολογία μη συμμόρφωσης. Και τούτο, διότι το μεγαλύτερο μέρος των θέσεων διατυπώνεται σε χρόνο μέλλοντα και υπό μορφή αναλήψεως υποχρεώσεων: ο Δήμος «δεσμεύεται να…», «θα ολοκληρώσει», «θα ενσωματώσει», «θα προβλέψει». Η ίδια η διατύπωση παραδέχεται ότι, κατά τον κρίσιμο χρόνο της έγκρισης της μελέτης και της προκήρυξης του διαγωνισμού, δεν υφίσταντο: Εκτίμηση Αντικτύπου (DPIA), διαδικασία ενημέρωσης των υποκειμένων, ενιαίος και τεκμηριωμένος χρόνος τήρησης. Με άλλα λόγια, η απάντηση δεν αναιρεί τις ενστάσεις, τις επιβεβαιώνει. Επιβεβαιώνει ότι η εγκριθείσα μελέτη είναι, ως έχει, μη συμμορφούμενη, και ότι η συμμόρφωση μετατίθεται σε αόριστο μέλλον.
β) Η εγκριτική Απόφαση 355/2026 ελήφθη στις 13 Μαΐου 2026. Η επικαλούμενη Γνωμοδότηση του Υπευθύνου Προστασίας Δεδομένων (DPO) φέρει ημερομηνία 26 Μαΐου 2026 ήτοι δεκατρείς ημέρες μετά την έγκριση, και προφανώς ως αντίδραση στις ενστάσεις. Ευτυχώς, δηλαδή, που τις θέσαμε εγκαίρως. Όμως ο DPO κλήθηκε να γνωμοδοτήσει αφού είχαν ήδη καθοριστεί οι τεχνικές προδιαγραφές και οι όροι του διαγωνισμού. Τούτο έρχεται σε ευθεία αντίθεση με την αρχή της προστασίας δεδομένων εκ σχεδιασμού (άρθρο 25 ΓΚΠΔ), που απαιτεί την ενσωμάτωση των εγγυήσεων κατά τον σχεδιασμό και όχι εκ των υστέρων, επιταγή την οποία ενισχύει ρητά η αιτιολογική σκέψη 78 του προοιμίου του Κανονισμού, επεκτείνοντάς την «στο πλαίσιο των δημόσιων διαγωνισμών». Σημειωτέον, εξάλλου, ότι η Γνωμοδότηση αυτή, κατ’ ομολογία του ίδιου του Δήμου, περιλαμβάνει τουλάχιστον είκοσι Συστάσεις. Δεν αποτελεί, επομένως, πιστοποιητικό συμμόρφωσης αλλά κατάλογο εκκρεμοτήτων και ελλείψεων.
γ) Τεκμηριώνεται η αναγκαιότητα κάποιας δράσης, όχι όμως η αναλογικότητα αυτού του μέτρου. Η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 §1 του Συντάγματος, άρθρο 5 §1 γ΄ ΓΚΠΔ) απαιτεί ειδική και τεκμηριωμένη στάθμιση ηπιότερων μέσων, στάθμιση που αξιώνει ρητά και η Σύσταση 5 της ίδιας της Γνωμοδότησης, και η οποία απλούστατα απουσιάζει. Και είναι αποκαλυπτικό ότι, κατά τις δημόσιες δηλώσεις από την πλευρά του Δήμου σε ραδιοφωνική εκπομπή, η παραβατικότητα συγκεντρώνεται σε «τέσσερα έως πέντε άτομα» και σε συγκεκριμένα, εντοπισμένα φαινόμενα. Το να απαντά κανείς σε ένα τόσο στοχευμένο πρόβλημα με καθολική, διαρκή εναέρια επιτήρηση ολόκληρου κατοικημένου μνημείου παγκόσμιας κληρονομιάς, με χρήση τεχνητής νοημοσύνης, είναι προδήλως δυσανάλογο. Ηπιότερα και προφανή μέσα, σταθερά σημεία ελέγχου στις πύλες, στοχευμένες περιπολίες, σύσταση και στελέχωση Δημοτικής Αστυνομίας, συνεργασία με την ΕΛ.ΑΣ. ουδόλως αξιολογήθηκαν.
δ) Επί του κρισιμότερου, που έμεινε αναπάντητο: η αντιμετώπιση της παραβατικής συμπεριφοράς δεν αποτελεί αρμοδιότητα των ΟΤΑ. Η δηλωμένη επεξεργασία θα αφορά και πρόληψη και αντιμετώπιση ποινικών αδικημάτων («καταλήψεις κοινοχρήστων χώρων, «φαινόμενα άγρας πελατών συνοδευόμενα από εντάσεις και αναταραχές», «ζητήματα γενικότερης ασφάλειας λόγω συνωστισμού», «νοοτροπία συμμόρφωσης μέσω συνεχούς και αισθητής παρουσίας») αλλά εκ του νόμου υπεύθυνες ορίζονται αποκλειστικά οι αρμόδιες αρχές (ΕΛ.ΑΣ.) στο πλαίσιο του ν. 4624/2019 όχι ο Δήμος. Ό,τι δεν επιτρέπεται στον Δήμο απαγορεύεται, πολλαπλασίως, σε ιδιωτική εταιρεία ασφαλείας, της οποίας οι αρμοδιότητες ουδόλως περιλαμβάνουν την άσκηση δημόσιας εξουσίας ή την αστυνόμευση κοινόχρηστου χώρου. Και βεβαίως, η ανυπαρξία Δημοτικής Αστυνομίας θεραπεύεται με τη σύσταση και στελέχωσή της, με νόμιμα μέσα.
ε) Ως προς τον χρόνο της Εκτίμησης Αντικτύπου: αυτή οφείλει να προηγείται του καθορισμού των παραμέτρων της επεξεργασίας — παραμέτρων που ο διαγωνισμός ήδη προκαθορίζει (προδιαγραφές εξοπλισμού και ζουμ, ζωντανή ροή εικόνας σε κινητά, χρόνος τήρησης, χρήση AI). Κατά το άρθρο 35 §1 και την αιτιολογική σκέψη 90, η DPIA διενεργείται πριν από την επεξεργασία και «το νωρίτερο δυνατόν», ώστε να διαμορφώσει τον σχεδιασμό. Μια DPIA που εκπονείται μετά την προδιαγραφή, την προκήρυξη και την κατακύρωση δεν είναι παρά τυπική επικύρωση: τα τυχόν δυσμενή πορίσματά της δεν θα μπορούν πλέον να μεταβάλουν εξοπλισμό ήδη δημοπρατημένο και κατακυρωμένο, παρά μόνο με επαναπροκήρυξη. Δημιουργείται έτσι τετελεσμένο και ενδεχόμενος οικονομικός εγκλωβισμός 1,25 εκατομμυρίων ευρώ, με ευθύνη μάλιστα έναντι του αναδόχου, ακριβώς η βλάβη που το άρθρο 35 θέλει να αποτρέψει.
Η νόμιμη ακολουθία είναι, επομένως, μία και σαφής: Έλεγχος αρμοδιότητας για την επεξεργασία σε δημόσιο χώρο, εκτίμηση Αντικτύπου, κατόπιν σχεδιασμός, κατόπιν διαγωνισμός. Ο Δήμος την αντέστρεψε. Η δε ενημέρωση του Δημοτικού Συμβουλίου, όσο ευπρόσδεκτη, δεν θεραπεύει τις ελλείψεις: διαφάνεια ως προς έναν μη συμμορφούμενο σχεδιασμό δεν ισοδυναμεί με συμμόρφωση.






