Την ερχόμενη Τρίτη 14 Ιουλίου η Δημοτική Επιτροπή του Δήμου Ρόδου θα κληθεί να εγκρίνει το 3ο πρακτικό και να ορίσει οριστικό ανάδοχο του ανοικτού διεθνούς διαγωνισμού, στον οποίο σημειωτέον συμμετείχε μόνο ένας οικονομικός φορέας, για την «παροχή υπηρεσιών φύλαξης και εποπτείας της Μεσαιωνικής Πόλης με χρήση μη επανδρωμένων αεροσκαφών και επίγειων δυνάμεων», ύψους 1.153.143,89 ευρώ. Και ο ίδιος ο Δήμαρχος φρόντισε να μας προσφέρει ένα ισχυρό επιχείρημα εναντίον των drones.
Σε ανάρτησή του το Σάββατο παρουσίασε το νέο «ενιαίο σύστημα εποπτείας, επιτήρησης και φροντίδας» της Μεσαιωνικής Πόλης: νοσηλευτικό προσωπικό με ηλεκτροκίνητο όχημα και απινιδωτή που παρεμβαίνει άμεσα σε περιστατικά εντός των τειχών, ηλεκτροκίνητο ασθενοφόρο σε ετοιμότητα, ομάδα εποπτείας που συντονίζεται με το προσωπικό αυτό, και μια εντελώς νέα υπηρεσία άμεσης επέμβασης που καταγράφει καθημερινά, με εσωτερικές περιπολίες, την εικόνα της πόλης — καταπατήσεις κοινόχρηστων χώρων, τεχνικά ζητήματα, παράνομη στάθμευση, εκκρεμότητες αποκομιδής.
Πρόκειται δηλαδή για τους ίδιους ακριβώς στόχους που επικαλείται η Δημοτική Αρχή για να δικαιολογήσει την ανάγκη μόνιμης εναέριας παρακολούθησης της Παλιάς Πόλης με drones. Και τους πετυχαίνει, όπως ισχυρίζεται, με «πολύ θετικά πρώτα αποτελέσματα», χωρίς κανένα drone. Με ανθρώπινο προσωπικό, περιπολίες και συντονισμό επί του πεδίου. Τα αυτονόητα.
Από την πρώτη στιγμή που ανέκυψε το ζήτημα, η θέση που δημόσια υποστήριξα ήταν ότι η διαρκής επιτήρηση με drones ενός οικιστικού συνόλου όπου κατοικούν και εργάζονται πολίτες και κυκλοφορούν χιλιάδες επισκέπτες δεν μπορεί να θεωρηθεί αναγκαία και πρόσφορη λύση όταν υπάρχουν λιγότερο επαχθή και εξίσου ή περισσότερο αποτελεσματικά και οικονομικότερα μέσα. Αυτό δεν είναι ρητορικό επιχείρημα, είναι η αρχή της αναλογικότητας, όπως την επιβάλλει το Σύνταγμα και ο Γενικός Κανονισμός Προστασίας Δεδομένων. Ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει να επιλέγει, μεταξύ διαθέσιμων μέσων, εκείνο που περιορίζει στο ελάχιστο αναγκαίο την επέμβαση στην ιδιωτικότητα και να εξετάζει την αναγκαιότητα του μέτρου σε σχέση με εναλλακτικές. Και δεν είναι η πρώτη φορά που η επιβεβαίωση των όσων υποστηρίζω έρχεται από τον ίδιο τον Δήμο.
Η πρώτη ήρθε με τη γνωμοδότηση του Υπευθύνου Προστασίας Δεδομένων (DPO) του Δήμου που εκδόθηκε στις 26 Μαΐου 2026, αλλά διανεμήθηκε στα μέλη της Δημοτικής Επιτροπής εκ των υστέρων και μόνο όταν επιμόνως ζητήθηκε, δηλαδή όταν πια ο διαγωνισμός είχε ήδη κλειδώσει αφού είχε προκηρυχθεί από τον Απρίλιο. Και προφανώς έγινε υπό την πίεση των αποκαλύψεων.
Η γνωμοδότηση, για προφανείς λόγους, δεν δόθηκε στη δημοσιότητα επειδή ακριβώς εκθέτει την διαδικασία που ακολουθείται.
Η δεύτερη επιβεβαίωση ήρθε χθες, από τον ίδιο τον Δήμαρχο. Αν λοιπόν ο Δήμος διαθέτει ήδη, κατά δική του ομολογία, ένα σύστημα εποπτείας που πετυχαίνει τους δηλωμένους στόχους της πρόληψης, της άμεσης επέμβασης και της τάξης στην Παλιά Πόλη, τότε ποια ακριβώς ανάγκη έρχεται να καλύψει ένα σύστημα μόνιμης παρακολούθησης πάνω από τα κεφάλια των κατοίκων της Παλιάς Πόλης;
Η απάντηση, νομίζω, είναι προφανής, και θα έπρεπε να προβληματίσει σοβαρά τα νέα μέλη της Δημοτικής Επιτροπής κατά τη συνεδρίαση της Τρίτης. Έχουν πλέον την ευθύνη ότι γνωρίζουν. Δεν αρκεί ένα μέτρο να φαίνεται «καλή ιδέα». Πρέπει να είναι αναγκαίο, πρόσφορο και αναλογικό.
Η ανάρτηση του Δημάρχου, όσο κι αν δεν το επιδίωξε, απέδειξε ότι δεν είναι κανένα από τα τρία.




