Οι υψηλές θερμοκρασίες δεν προκαλούν μόνο δυσφορία, αλλά μπορούν να επηρεάσουν σημαντικά και την υγεία, ιδιαίτερα των ατόμων με αρτηριακή υπέρταση.
Πώς επιδρά ο καύσωνας στην αρτηριακή πίεση; Ποιοι υπερτασικοί κινδυνεύουν περισσότερο; Πότε χρειάζεται προσαρμογή της φαρμακευτικής αγωγής και ποια μέτρα προστασίας είναι απαραίτητα; Στα ερωτήματα αυτά απαντά σε συνέντευξη του στο Πρακτορείο FΜ ο αντιπρόεδρος της Επαγγελματικής Ένωσης Παθολόγων Ελλάδος (ΕΕΠΕ) Μάριος Πυρπασόπουλος, ο οποίος επισημαίνει ότι οι ημέρες του καύσωνα απαιτούν ιδιαίτερη προσοχή, κυρίως από τους ηλικιωμένους υπερτασικούς και όσους πάσχουν από άλλα χρόνια νοσήματα.
Η ζέστη «ρίχνει» την πίεση
Όπως εξηγεί, όταν η θερμοκρασία του περιβάλλοντος αυξάνεται, ο οργανισμός ενεργοποιεί μηχανισμούς για να διατηρήσει σταθερή τη θερμοκρασία του, όπως η αγγειοδιαστολή και η εφίδρωση. Οι μηχανισμοί αυτοί έχουν ως αποτέλεσμα τη μείωση της αρτηριακής πίεσης, κάτι που μπορεί να προκαλέσει προβλήματα σε υπερτασικούς ασθενείς που λαμβάνουν ήδη αντιυπερτασική αγωγή. Ο κ. Πυρπασόπουλος τονίζει ότι μεγαλύτερο κίνδυνο διατρέχουν κυρίως οι ηλικιωμένοι άνω των 70 ετών, ιδιαίτερα όσοι πάσχουν από καρδιακή ή νεφρική ανεπάρκεια, αναπνευστικά νοσήματα, ή λαμβάνουν διουρητικά, καθώς οι υψηλές θερμοκρασίες ενισχύουν τη δράση των φαρμάκων που μειώνουν την πίεση και αυξάνουν τον κίνδυνο αφυδάτωσης και υπότασης.
Ποια συμπτώματα δεν πρέπει να αγνοηθούν
Στα συμπτώματα που πρέπει να κινητοποιήσουν έναν υπερτασικό ασθενή περιλαμβάνονται η έντονη αδυναμία, η υπνηλία, οι μυϊκές κράμπες, η ζάλη κατά την έγερση, η τάση λιποθυμίας και η μειωμένη ποσότητα ούρων, ενδείξεις που μπορεί να σχετίζονται με αφυδάτωση ή σημαντική πτώση της αρτηριακής πίεσης.
Δεν αλλάζουμε μόνοι μας την αγωγή
Αναφερόμενος στην αντιυπερτασική αγωγή, ο διακεκριμένος παθολόγος, επισημαίνει ότι η ζέστη μπορεί να ενισχύσει τη φυσιολογική πτώση της πίεσης. Εάν οι μετρήσεις είναι σημαντικά χαμηλότερες από τις συνήθεις ή εμφανιστούν συμπτώματα υπότασης, οι ασθενείς δεν πρέπει να τροποποιούν μόνοι τους τη θεραπεία τους, αλλά να επικοινωνούν με τον θεράποντα ιατρό, ο οποίος θα αποφασίσει αν απαιτείται προσωρινή προσαρμογή της αγωγής.
Η ενυδάτωση είναι το κλειδί
Ιδιαίτερη έμφαση δίνει ο αντιπρόεδρος της ΕΕΠΕ στην επαρκή ενυδάτωση, χαρακτηρίζοντάς την βασικό μέτρο πρόληψης. Όπως αναφέρει, η πρόσληψη περίπου 1,5 έως 2 λίτρων υγρών ημερησίως – κυρίως νερού – συμβάλλει στη διατήρηση του όγκου του αίματος και της αρτηριακής πίεσης. Παράλληλα, συστήνει ελαφριά γεύματα, πλούσια σε φρούτα και λαχανικά, καθώς και αποφυγή αλκοόλ και πολύ λιπαρών τροφών.
Μέτρηση πίεσης και άσκηση
Όσον αφορά την παρακολούθηση της πίεσης, σημειώνει ότι στους καλά ρυθμισμένους υπερτασικούς αρκεί συνήθως μία μέτρηση κάθε πρωί. Αν όμως εμφανιστούν συμπτώματα όπως ζάλη, αδυναμία ή τάση λιποθυμίας, η μέτρηση θα πρέπει να επαναλαμβάνεται και εφόσον διαπιστωθεί σημαντική πτώση της πίεσης, να ενημερώνεται άμεσα ο γιατρός. Για τη σωματική άσκηση, ο αντιπρόεδρος της ΕΕΠΕ συνιστά να αποφεύγεται η έκθεση σε υψηλές θερμοκρασίες. Η άσκηση μπορεί να πραγματοποιείται σε κλιματιζόμενο χώρο, με την προϋπόθεση ότι ο ασθενής φροντίζει για την επαρκή ενυδάτωσή του.
Πότε χρειάζεται άμεσα ιατρική βοήθεια
Ο κ. Πυρπασόπουλος, υπογραμμίζει ότι άμεση επικοινωνία με γιατρό ή προσέλευση σε υγειονομική δομή, απαιτείται όταν εμφανιστούν έντονη ζάλη, ή λιποθυμικό επεισόδιο, επίμονη χαμηλή αρτηριακή πίεση, σύγχυση, δύσπνοια, υψηλή θερμοκρασία σώματος που μπορεί να υποδηλώνει θερμοπληξία, ή σημαντική μείωση της διούρησης. Κλείνοντας, ο αντιπρόεδρος της ΕΕΠΕ, υπενθυμίζει ότι η αποφυγή έκθεσης στον ήλιο και στις υψηλές θερμοκρασίες τις μεσημβρινές ώρες, η παραμονή σε δροσερούς ή κλιματιζόμενους χώρους, η επαρκής ενυδάτωση και η πιστή τήρηση των ιατρικών οδηγιών, αποτελούν τα σημαντικότερα μέτρα για ένα ασφαλές καλοκαίρι για τους υπερτασικούς ασθενείς.
Read More Διαβάστε Περισσότερα στην Πηγή: real.gr



