Η Τσαμπίκα Σαμψάκου, μέλος της Κεντρικής Επιτροπής της Φωνής Λογικής και μόνιμη κάτοικος του ακριτικού Καστελλόριζου, μίλησε στον Real Voice 99.5 και στην εκπομπή «Δημοσιογραφικές Βολές» με τον Γιάννη Μηνατσή και τη Δέσποινα Κουλούμπρη.
Αναφερόμενη στη συμμετοχή της στο κόμμα, τόνισε πως αποτελεί τιμή για την ίδια το γεγονός ότι για πρώτη φορά δίνεται η δυνατότητα σε κάτοικο ακριτικού νησιού να συμμετέχει στην Κεντρική Επιτροπή, υπογραμμίζοντας ότι μέσα από τη Φωνή Λογικής «δίνεται φωνή στους ακρίτες».
Η ίδια περιέγραψε ότι η ενασχόλησή της με την πολιτική προέκυψε μετά από πρόσκληση του κόμματος, σημειώνοντας πως στο παρελθόν είχε απομακρυνθεί από τον πολιτικό χώρο λόγω απογοήτευσης και της αίσθησης αδιαφορίας απέναντι στα ακριτικά νησιά. Όπως είπε, αυτό την είχε οδηγήσει ακόμη και σε αποστασιοποίηση από την εκλογική διαδικασία.
Αναφερόμενη στην ένταξή της στη Φωνή Λογικής, τόνισε ότι μελέτησε τις θέσεις και την πρόεδρό του μέσα από τα μέσα ενημέρωσης και το διαδίκτυο, βρίσκοντας κοινά σημεία στις αξίες και την αγάπη για την πατρίδα, όπως είπε χαρακτηριστικά.
Η κ. Σαμψάκου μίλησε επίσης για τη μακρά της εμπειρία στην τοπική αυτοδιοίκηση, καθώς υπήρξε επί χρόνια δημοτικός σύμβουλος, ενώ έχει διατελέσει και γραμματέας στον Δήμο. Όπως σημείωσε, η ενασχόλησή της με τα κοινά πηγάζει από την αγάπη της για τα νησιά και τους ανθρώπους τους, που όπως είπε «αγωνίζονται καθημερινά για τα αυτονόητα».
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στις δυσκολίες της νησιωτικότητας, περιγράφοντας την καθημερινότητα των κατοίκων των ακριτικών περιοχών, από τις μετακινήσεις και τις ελλείψεις σε υπηρεσίες έως την αίσθηση ότι συχνά η φωνή τους δεν ακούγεται.
Αναφερόμενη στην καταγωγή της από το Καστελλόριζο, σημείωσε ότι προέρχεται από οικογένεια με παρουσία στα κοινά του νησιού, ενώ επανέλαβε τη δέσμευσή της να συνεχίσει να υπηρετεί τις ανάγκες των ακριτών.
Σε ερώτηση για πιθανή μελλοντική υποψηφιότητα, απάντησε ότι θα την αποδεχόταν με χαρά, εφόσον της ζητηθεί.
Κλείνοντας, έστειλε μήνυμα στήριξης προς τους ακρίτες, τονίζοντας ότι «κάθε ακριτικό νησί αξίζει να ακούγεται, να στηρίζεται και να μην αισθάνεται ξεχασμένο»




