Ανάμεσα στους χιλιάδες Σύριους πρόσφυγες που πέρασαν στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια, ήταν και πολλά παιδιά, έφηβοι, νεαρά κορίτσια και αγόρια, το καθένα με τη δική του ιστορία από τον πόλεμο, το πώς βίωσε αυτό τον εφιάλτη, τον ξεριζωμό από την πατρίδα, μέχρι τη λύτρωση, αναζητώντας τη «Γη της Επαγγελίας».
Μία από αυτές τις περιπτώσεις είναι και η ιστορία της Μαρίας Γιαχούρ.


της Νατάσας Παμπρή
Η Μαρία (στα αραβικά Rasha), είναι 30 ετών σήμερα, κατάγεται από την παραθαλάσσια όμορφη πόλη Λατάκια της Συρίας, είναι Χριστιανή Ορθόδοξη και ζει στη Ρόδο τα τελευταία οκτώ χρόνια, αφού πέρασε τη δική της «Οδύσσεια», μέχρι να βγει στην «Ιθάκη της», που τόσο αγαπά και λατρεύει, θεωρώντας την πλέον σπίτι της και δεύτερη πατρίδα, έχοντας αποκτήσει και οικογενειακούς δεσμούς με ντόπιους.
Η Μαρία μιλάει άπταιστα την ελληνική γλώσσα και ξέρει να διαβάζει.
Σήμερα εργάζεται ως bartender στο «Συσσίτιο», στην Παλιά Πόλη, όπου και έγινε η συνέντευξή μας, εξιστορώντας μου τα γεγονότα.
Στα τέλη Σεπτεμβρίου του 2014, έφθασαν στη Ρόδο 16 άτομα, μέσα σε ένα ξύλινο σκάφος.
Μέσα σε αυτό ήταν τρεις οικογένειες: η δική της, με καπετάνιο τον μπαμπά της Γιακούμπ (Ιάκωβο), τη μητέρα και τα δύο αδέλφια της ένα αγόρι και ένα κορίτσι, μία οικογένεια γειτόνων τους και ένα ακόμη φιλικό τους ζευγάρι, με τα παιδιά τους. Το μικρότερο παιδί στο σκάφος ήταν 3 ετών και η ίδια 22 χρόνων.
Η αφορμή για την απόφαση που έλαβε ο πατέρας της να αφήσουν πίσω τη Συρία, ήταν η αγωνία του για τα παιδιά του, μετά την εν ψυχρώ δολοφονία του αδελφικού φίλου του γιου του.
Για να πραγματοποιηθεί το ταξίδι, ο πατέρας της αναγκάστηκε να πουλήσει το σπίτι τους και να αγοράσει ένα ξύλινο σκάφος, το οποίο στη συνέχεια μετέτρεψε σε καΐκι 16 μέτρων, ώστε να γίνει η «έξοδος» από την εμπόλεμη πατρίδα τους.
Με νόμιμα χαρτιά που έκαναν όλοι, όπως τονίζει η ίδια, ο προορισμός φαινομενικά ήταν η Κύπρος, ωστόσο, ο σκοπός ήταν δια μέσου της Ελλάδας, η μετάβασή τους στη Σουηδία. Το 2014, μία χρονιά που χιλιάδες καραβάνια μεταναστών και προσφύγων περνούσαν από τα ελληνικά σύνορα μέσω της Τουρκίας.
Το ταξίδι διήρκησε τρεις ημέρες από την πόλη τους Λατάκια της Συρίας μέχρι τη Ρόδο, πέφτοντας σε μία απίστευτη θαλασσοταραχή, αφού όπως τονίζει η Μαρία, το σκάφος ήταν μονίμως είτε σκεπασμένο από τα μανιασμένα κύματα, είτε μπαταρισμένο από τη μία πλευρά, θεωρώντας ότι δεν επρόκειτο να καταφέρουν να βγουν ζωντανοί στη στεριά.
Έπειτα από τρεις ημέρες και νύχτες σε μία απίστευτα αγριεμένη θάλασσα, ο πατέρας της/καπετάνιος κατόρθωσε να τους βγάλει σώους και αβλαβείς στο τουριστικό λιμάνι της Ρόδου στις 4 τα ξημερώματα, έχοντας στείλει σήμα στο Κεντρικό Λιμεναρχείο Ρόδου.
Τους οδήγησαν στο ΚΛΡ πέρασαν από ανάκριση, μη γνωρίζοντας κανείς τους αγγλικά, αλλά μέσω συμπατριώτη τους διερμηνέα, ωστόσο η μία οικογένεια (οι γείτονες τους) φοβούμενη να μην έχει συνέπειες κατέδωσε –όπως λέει η ίδια- τον πατέρα της, τον καπετάνιο, ως δουλέμπορο/διακινητή, λέγοντας ψέματα.
Αυτό είχε μία οδυνηρή συνέπεια για τα παιδιά, αφού ο πατέρας οδηγήθηκε στις φυλακές της Κω και η μητέρα της στον Κορυδαλλό, μέχρι που έγινε μετά από έξι μήνες το δικαστήριο και αθωώθηκαν.
«Εμείς είχαμε στην τσέπη μας λιγοστά δολάρια, οι φίλοι του πατέρα μου 1.200 δολάρια και ο θείος μου που μένει στην Αμερική έστειλε τα υπόλοιπα λεφτά, γιατί ο δικηγόρος ήθελε αμοιβή 2.500 ευρώ, για να αναλάβει την υπόθεση, όταν ήμασταν στο Λιμεναρχείο». θα πει…
«Την τρίτη ημέρα φτιάξαμε τα χαρτιά μας για προσωρινή άδεια, οι «φίλοι» που ψευδομαρτύρησαν έφυγαν στην Αθήνα, οι γονείς μου οδηγήθηκαν στις φυλακές όπου κι έμειναν έξι μήνες κι εμείς με λιγοστά λεφτά πήγαμε τέσσερα άτομα σε μία πανσιόν στην Παλιά Πόλη, όπου μέναμε σε ένα δωμάτιο. Είχαμε λεφτά για να την πληρώσουμε μόνο για τρεις διανυκτερεύσεις και η κυρία Νίκη που έχει τα δωμάτια όταν της είπαμε ότι θα φύγουμε, γιατί δεν έχουμε να την πληρώσουμε για άλλη ημέρα, μας συμπόνεσε και μας άφησε να μείνουμε δωρεάν με την καλή της την καρδιά. Θα την ευχαριστώ για πάντα», λέει φανερά συγκινημένη η Μαρία Γιαχούρ.


Τα παιδιά δούλευαν τα Σάββατα στη λαϊκή αγορά του Αγίου Δημητρίου για να έχουν ένα μεροκάματο. Εκεί η αδελφή της γνώρισε και τον μετέπειτα σύζυγό της, ενώ η γιαγιά του είναι η ιδιοκτήτρια της πανσιόν που τους φέρθηκε τόσο ανθρώπινα, όπως άλλωστε ξεχωρίζουν οι Έλληνες για την ευσπλαχνία τους και την φιλοξενία.
Η περιπέτεια των γονιών της έληξε αφού στο δικαστήριο που έγινε στη Ρόδο, αθωώθηκαν και πήραν πίσω και το καΐκι τους, το οποίο στη συνέχεια πούλησαν, έχοντας έναν δικηγόρο από την Κρήτη και μια μεταφράστρια από το Λίβανο, όπου την αμοιβή τους ανέλαβε ο θείος της από την Αμερική.
Σήμερα η οικογένεια Γιαχούρ είναι διασκορπισμένη σε τρία σημεία: Η Μαρία στη Ρόδο, έχοντας δεσμό με έναν Κρητικό, μεγαλωμένο στη Ρόδο, τον Γιάννη Λεβεντάκη, όπως και η αδελφή της που είναι παντρεμένη με Ροδίτη έχοντας αποκτήσει και τρία παιδιά, ο καπετάνιος πατέρας της ζει στην Αθήνα και κατασκευάζει σκάφη και η μητέρα της με τον αδελφό της μένουν στο Αμβούργο.
Με την ελπίδα η οικογένειά της να επανασυνδεθεί και με το δικό της όνειρο η Μαρία να κάνει τον γάμο της στη Ρόδο, σε ένα γλέντι με αραβικούς χορούς, πεντοζάλι και ροδίτικη σούστα και να φτιάξει τη δική της οικογένεια!!











