99.5

LIVE

99.5

LIVE

Πέμπτη 4 Ιουνίου, 2026

99.5

LIVE

Γιώργος Ξανθάκης στον RV για τον “Καποδίστρια”: «Μια ιστορική ταινία χωρίς αμφισημία είναι πάντα προβληματική» (audio)

Ο κριτικός κινηματογράφου μιλά για τον Καποδίστρια και τη Σπασμένη Φλέβα: δύο ταινίες, δύο εντελώς διαφορετικές προσεγγίσεις

Σε μια περίοδο όπου ο ελληνικός κινηματογράφος συζητιέται συχνά με όρους στρατοπέδων και συναισθηματικών ταυτίσεων, ενίοτε δε γίνεται και αφορμή εμφύλιου διχασμού, όπως συμβαίνει με την ταινία “Καποδίστριας” του Γιάννη Σμαραγδή, ο κριτικός κινηματογράφου Γιώργος Ξανθάκης επιλέγει να επαναφέρει τη συζήτηση στην ουσία της, δηλαδή στο ίδιο το έργο. Μιλώντας στην εκπομπή μου  “Πρωινό Xpress”  στον Real Voice 99,5 καταθέτει μια ψύχραιμη αλλά σαφή κριτική για τον Καποδίστρια, θέτοντας στο επίκεντρο ένα βασικό ζήτημα της ιστορικής κινηματογραφικής αφήγησης: Την αμφισημία και την εσωτερική σύγκρουση και τι συμβαίνει επί της οθόνης, όταν αυτά απουσιάζουν.

Της Ρένας Παυλάκη

Ο Καποδίστριας αποτελεί, αναμφίβολα, μια εμπορικά επιτυχημένη ελληνική ταινία, όσο καμία τα τελευταία χρόνια. Οι γεμάτες αίθουσες, τα χειροκροτήματα στο τέλος των προβολών και η συγκίνηση μεγάλου μέρους του κοινού  – ακόμα και τα δάκρυα – συνιστούν ένα θετικό γεγονός για τον ελληνικό κινηματογράφο. Όπως επισημαίνει ο Γιώργος Ξανθάκης, το ότι μια ελληνική παραγωγή κινητοποιεί τόσο έντονα το ενδιαφέρον των θεατών, δεν μπορεί παρά να καταγραφεί ως κέρδος.

Η κριτική, ωστόσο, δεν σταματά στην αποδοχή του κοινού.  Μια εμπορική επιτυχία δεν είναι κατ’ ανάγκη και  καλλιτεχνική. Κατά τον ίδιο, το βασικό πρόβλημα της ταινίας δεν εντοπίζεται τόσο στα περιορισμένα παραγωγικά μέσα, τα οποία είναι εμφανή σε σκηνικά, τοποθεσίες κλπ (ενδεχομένως δε να οφείλονται και στα προβλήματα χρηματοδότησης, που αντιμετώπισε). Εντοπίζεται στο ιδεολογικό της προφίλ. Ο Ιωάννης Καποδίστριας παρουσιάζεται ως μια σχεδόν υπερβατική μορφή, αλάνθαστος, απολύτως βέβαιος για τις επιλογές του, χωρίς ρωγμές, αμφιβολίες ή εσωτερικές συγκρούσεις, ένας μεσσίας, που γνωρίζει τη μοίρα του με ένα τρόπο μεταφυσικό, την έχει αποδεχθεί και οδεύει προς το τέλος με μια στωικότητα πέρα από τα ανθρώπινα. Μια προσέγγιση που, όπως σημειώνει, απομακρύνει την ταινία από τον ιστορικό ρεαλισμό.  Όπως τονίζει, ο Γιάννης Σμαραγδής έπεσε “θύμα” του μεγάλου θαυμασμού του για τον Καποδίστρια, εξιδανικεύοντάς τον και στερώντας του τα ανθρώπινα χαρακτηριστικά  και αδυναμίες.

Η μεσσιανική αυτή διάσταση ενισχύεται δραματουργικά από την παρουσία του μοναχού Νικόδημου, ενός μη ιστορικού προσώπου που λειτουργεί ως διαρκής συνοδός και σχολιαστής του ήρωα. Ο χαρακτήρας αυτός, σύμφωνα με τον  Γιώργο Ξανθάκη, υπογραμμίζει τον υπερβατικό τόνο της αφήγησης, στερώντας από την ταινία την απαραίτητη αμφισημία που οφείλει να διαθέτει κάθε ιστορικό έργο το οποίο πραγματεύεται πραγματικά πρόσωπα και συγκρούσεις.

Παρά τις σοβαρές αυτές ενστάσεις, ο κριτικός αναγνωρίζει ότι η ταινία διαθέτει στιγμές αυθεντικής συγκινησιακής δύναμης. Η σκηνή όπου μια απλή γυναίκα προσφέρει κεράσια στον Καποδίστρια και εκείνος της φιλά το χέρι, ξεχωρίζει για τη λιτότητα και την ανθρώπινη αλήθεια της. Εκεί, όπως σημειώνει, διαφαίνεται μια άλλη πιθανή εκδοχή της ταινίας, λιγότερο ρητορική, χωρίς μεταφυσικούς συμβολισμούς, περισσότερο προσηλωμένη στην εσωτερική δύναμη των εικόνων. Εκεί, για μια στιγμή, η ταινία αγγίζει την ουσία ενός μεγάλου ηγέτη χωρίς μεταφυσικά φορτία. Αν ο Γιάννης Σμαραγδής είχε κινηθεί συστηματικά σε αυτή την κατεύθυνση, ίσως το αποτέλεσμα να ήταν διαφορετικό.

Ο Γιώργος Ξανθάκης αποφεύγει να υιοθετήσει μια ελιτίστικη στάση απέναντι στο κοινό, που βρίσκεται σε πλήρη διάσταση με την άποψη των κριτικών, δεδομένου ότι από την πρώτη μέρα προβολής στις αίθουσες, στους κινηματογράφους γίνεται πραγματικό λαϊκό προσκύνημα! Κάθε θεατής, υπογραμμίζει ο Γιώργος Ξανθάκης, προσεγγίζει μια ταινία με τα δικά του κριτήρια. Και γι’ αυτό θεωρεί τον Καποδίστρια μια ταινία χρήσιμη, που αξίζει να τη δει κανείς, ακόμη κι αν οι καλλιτεχνικές και σκηνοθετικές της αδυναμίες είναι υπαρκτές. Άλλωστε, υπενθυμίζει, ακόμη και οι σπουδαιότεροι δημιουργοί έχουν γνωρίσει μεγάλες αποτυχίες , καθώς , όπως τονίζει, η απώλεια της ισορροπίας είναι πάντα ένας ορατός κίνδυνος στην τέχνη.

Στον αντίποδα αυτής της ιστορικής και ιδεολογικά φορτισμένης αφήγησης, ο Γιώργος Ξανθάκης τοποθετεί τη Σπασμένη Φλέβα του Γιάννη Οικονομίδη. Μια ταινία που, παρά την κακόγουστη –κατά γενική ομολογία– αφίσα της, χαρακτηρίζεται από τον ίδιο ως η καλύτερη δουλειά του σκηνοθέτη μέχρι σήμερα. Ένα νατουραλιστικό νουάρ, στο οποίο το γνώριμο υβρεολόγιο έχει περιοριστεί και λειτουργεί αυτή τη φορά απολύτως δραματουργικά.

Ο Βασίλης Μπισμπίκης δίνει, σύμφωνα με τον κριτικό, μια από τις πιο δυνατές ερμηνείες του, ενώ ξεχωρίζουν και οι εμφανίσεις της Μπέττυ Αρβανίτη και της Μαρία Κεχαγιόγλου. Η Σπασμένη Φλέβα εικονοποιεί, όπως σημειώνει ο Ξανθάκης, τη ρήση του Ηράκλειτου «ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων». Ο χαρακτήρας διαμορφώνει τη μοίρα. Και στο τελευταίο τέταρτο της ταινίας, αυτή η ιδέα “εκρήγνυται” σε μια ανατροπή που θυμίζει καθαρή ελληνική τραγωδία, αφήνοντας το κοινό άφωνο. Μια σύγχρονη ιστορία για την οικονομική κρίση και τις συνέπειές της στον απλό άνθρωπο, ειπωμένη χωρίς ωραιοποιήσεις.

Δύο ταινίες, δύο εντελώς διαφορετικές κινηματογραφικές προσεγγίσεις. Από τη μία, η ιδεολογική υπερφόρτιση και ο διχασμός,  η ιστορική αγιογραφία που συγκινεί αλλά προβληματίζει.  Από την άλλη, μια σύγχρονη τραγωδία που δεν φοβάται τη σκοτεινή πολυπλοκότητα της ανθρώπινης ύπαρξης, η σκληρή κάθαρση και η τραγική αλήθεια. Και κάπου ανάμεσα, το κοινό , ελεύθερο να συγκινηθεί, να διαφωνήσει, να χειροκροτήσει ή να προβληματιστεί.

Άλλωστε,  κριτική σκέψη δεν σημαίνει  άρνηση της συγκίνησης, αλλά το αναγκαίο αντίβαρο που επιτρέπει στο σινεμά να παραμένει τέχνη και όχι ιδεολογικό κατασκεύασμα.

Σε τελική ανάλυση, τα σημεία στα οποία εστιάζει την κριτική του ο Γιώργος Ξανθάκης δεν αφορούν μόνο τον Καποδίστρια ή τη Σπασμένη Φλέβα. Αφορούν τον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο αφηγούμαστε την ιστορία και τον άνθρωπο μέσα από τον κινηματογράφο. Γιατί όταν η τέχνη παραιτείται από την αμφισημία, χάνει το δικαίωμα να θέτει ερωτήματα και περιορίζεται στο να επιβεβαιώνει βεβαιότητες (απαραίτητος εδώ ο φραστικός πλεονασμός). Και τότε, ακόμη κι αν συγκινεί, παύει να μας ταράζει πραγματικά. Ο κινηματογράφος, όμως, υπάρχει ακριβώς γι’ αυτό. Όχι για να μας καθησυχάζει, αλλά για να μας φέρνει αντιμέτωπους με τις αντιφάσεις μας.  Ιστορικές και ανθρώπινες.

Ακούστε τον εδώ:

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ

Χρησιμοποιούμε cookies για να σου προσφέρουμε μία προσωποποιημένη εμπειρία καθώς και για την ανάλυση της επισκεψιμότητάς μας. ΑΠΟΔΟΧΗ Μάθε περισσότερα