Υπάρχουν στιγμές που οι λέξεις ξεπερνούν τη συνήθη ρητορική της καθημερινότητας και αποκαλύπτουν κάτι μεγαλύτερο, βαθύτερο, ίσως και πολύ πιο ανησυχητικό από όσο θα θέλαμε να παραδεχθούμε. Μια τέτοια στιγμή ήταν η δήλωση του Γερμανού υπουργού Άμυνας ότι το περασμένο καλοκαίρι «ενδέχεται να ήταν το τελευταίο ειρηνικό καλοκαίρι για την Ευρώπη».
Μια φράση που, όσο κι αν ακούγεται υπερβολική, αποτυπώνει το πόσο εύθραυστο έχει γίνει το γεωπολιτικό περιβάλλον — και πόσο γρήγορα αλλάζουν οι σταθερές που θεωρούσαμε δεδομένες. Την ίδια ώρα η Πολωνία βρίσκεται σε κλίμα προπολεμικό και οι χώρες της Βόρειας Ευρώπης δίνουν οδηγίες στους πολίτες τους τι πρέπει να κάνουν σε περίπτωση πολέμου, ανασυντάσσοντας μετά από δεκαετίες τη στρατιωτική τους μηχανή. Ζούμε σε μια Ευρώπη που για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες συζητά ανοιχτά το ενδεχόμενο ενός γενικευμένου πολέμου και αυτό από μόνο του μετακινεί το κέντρο βάρους των εξελίξεων.
Μέσα σε αυτό το θολό σκηνικό, συμβαίνει το «παράδοξο» η Ελλάδα να αποκτά επιτέλους έναν ρόλο που ξεπερνά το διαχρονικό της σύμπλεγμα ως μικρής περιφερειακής χώρας, που σέρνεται πίσω από τις εξελίξεις. Σήμερα, η Ελλάδα αποτελεί τον βασικό ενεργειακό κόμβο των Ηνωμένων Πολιτειών προς τη ΝΑ Ευρώπη. Είναι η χώρα που υποδέχεται, διοχετεύει και διανέμει LNG σε μια ήπειρο που αγωνίζεται να «απογαλακτιστεί» από την ρωσική ενεργειακή εξάρτηση. Είναι επίσης η χώρα στην οποία συμμετέχουν αμερικανικές εταιρείες στις πρώτες γεωτρήσεις στο Ιόνιο, ένα έργο που συζητιέται δεκαετίες και τώρα, για πρώτη φορά, προχωρά. Ταυτόχρονα, οι αμυντικές συμφωνίες, οι διεθνείς συνέργειες και η εμφανής πολιτική βούληση των ΗΠΑ και της Ευρώπης να εμπιστευτούν την Ελλάδα, συνθέτουν μια πραγματικότητα που δεν μπορεί κανείς να προσπεράσει.
Επιπλέον, είναι ένας ρόλος, τον οποίον η Τουρκία θα επιθυμούσε διακαώς να παίξει, αλλά δεν τον πήρε, απόρροια της γνωστής τακτικής πολιτικού καιροσκοπισμού, του «πατάω σε δύο βάρκες», και στη Δύση και στη Ρωσία.
Σε λίγους μήνες κλείνουν τέσσερα χρόνια από τότε που ο Πούτιν αποφάσισε να εισβάλει στην Ουκρανία, μια απειλή που μέχρι τότε όλοι πίστευαν ότι θα έμενε σε επίπεδο φραστικής απειλής, που ο Ρώσος πρόεδρος έκανε τελικά πραγματικότητα. Ο πόλεμος Ρωσίας–Ουκρανίας δεν άλλαξε μόνο την ασφάλεια της Ευρώπης· άλλαξε τον ίδιο τον γεωστρατηγικό χάρτη. Σάρωσε βεβαιότητες δεκαετιών, αποκαθήλωσε παλιές αυταπάτες και ξεκαθάρισε ποιες χώρες στέκονται με την πλευρά της διεθνούς νομιμότητας και ποιες με τον αναθεωρητισμό. Για την Ελλάδα ειδικά, υπήρξε μια τομή: η παραδοσιακή “εγγύτητα” με τη Ρωσία — μια σχέση που για χρόνια παρουσιαζόταν ως αυτονόητη — κατέρρευσε μπροστά στην πραγματικότητα ενός κράτους που εισβάλλει, αναθεωρεί σύνορα και αμφισβητεί κυριαρχίες. Δεν μπορείς να ζητάς διεθνή στήριξη για το Κυπριακό και το Αιγαίο και ταυτόχρονα να κλείνεις το μάτι σε έναν επιθετικό αναθεωρητισμό επειδή κάποτε υπήρξε «ιστορική φιλία».
Ταυτόχρονα, ο πόλεμος αυτός έφερε την Αμερική ξανά στο κέντρο της ευρωπαϊκής στρατηγικής. Η ενεργειακή εξάρτηση της Ευρώπης από τη Ρωσία αποδείχθηκε ο πιο επικίνδυνος μοχλός πίεσης των τελευταίων δεκαετιών. Και η Ελλάδα, ακριβώς λόγω της θέσης και της επιλογής της να ταυτιστεί ξεκάθαρα με το δυτικό πλαίσιο, μια επιλογή που επικρίθηκε σφόδρα στο εσωτερικό από σημαντική μερίδα της αντιπολίτευσης, μετατράπηκε σε κρίσιμο δίαυλο και σύμμαχο. Έτσι, μέσα στον γενικότερο αναβρασμό, διαμορφώθηκε ένας νέος άξονας: ΗΠΑ – Ελλάδα – Ευρώπη.
Και εδώ βρίσκεται άλλο ένα παράδοξο αλλά εν πολλοίς αναμενόμενο. Την ώρα που η χώρα αναβαθμίζεται διεθνώς, στο εσωτερικό εξακολουθούν να ακούγονται φωνές που τη μειώνουν, την αποδυναμώνουν και την υποτιμούν, σαν να μην έχουν καταλάβει πού βρισκόμαστε και τι διακυβεύεται. Μια αντιπολίτευση που αναζητά ρόλο επενδύοντας στην αποτυχία της χώρας, αδιαφορώντας για το γεγονός ότι δεν πλήττει την κυβέρνηση, που είναι ο στόχος της, αλλά την ίδια τη χώρα. Αναδεικνύεται για άλλη μια φορά το εσωτερικο μας πρόβλημα, η διαχρονική μας τάση να μειώνουμε τον εαυτό μας. Πρόκειται για μια παλιά, βαθιά ριζωμένη νοοτροπία, που πηγάζει από την πολιτική ανασφάλεια, εκείνων που έχουν πάντα ένα διαρκές «ναι, αλλά…» που συνοδεύει κάθε επιτυχία της χώρας. Αν κάτι πρέπει να καταπολεμήσουμε ως νοοτροπία και στάση, είναι αυτό το αντανακλαστικό της αυτοϋποτίμησης, της αυτοϋπονόμευσης και του συνδρόμου της κατωτερότητας, για όσους ακόμη το κουβαλούν.
Το ερώτημα που τίθεται εδώ και ταυτοχρόνως το μεγάλο στοίχημα, είναι το εξής: Πώς μια χώρα που αναβαθμίζεται διεθνώς μπορεί να πείσει τους πολίτες της ότι αυτό έχει θετικό αντίκτυπο στη ζωή τους;
Γιατί, την ίδια ώρα που υπογράφονται στρατηγικές συμφωνίες, η ελληνική κοινωνία ασφυκτιά. Η ακρίβεια, το σούπερ μάρκετ, τα ενοίκια, η ενέργεια, όλα πιέζουν τα ελληνικά νοικοκυριά. Άλλο η καθημερινότητα και άλλο η θέση μιας χώρας στο νέο παγκόσμιο χάρτη. Οι δύο πραγματικότητες συνυπάρχουν στην Ελλάδα σήμερα. Και η μία δεν ακυρώνει την άλλη. Η μεγάλη θετική εικόνα δεν ακυρώνει τις δυσκολίες της καθημερινότητας. Τις υπερβαίνει.
Είναι αυτή η διάσταση μεταξύ μακροπολιτικής και καθημερινότητας που καθορίζει τις πολιτικές ισορροπίες. Εκεί θα κριθούν πολλά στους μήνες που έρχονται. Εκεί, στη γέφυρα ανάμεσα στη μεγάλη εικόνα και στο καλάθι του σούπερ μάρκετ, θα κριθεί αν η κυβέρνηση μπορεί να μετατρέψει τη γεωπολιτική αναβάθμιση της χώρας σε πραγματικό όφελος για την καθημερινότητα των πολιτών.




