«Γιατί είσαι τρελός σαν τον Νίξον»: Αυτός ήταν ο λόγος που ο Ολιβερ Στόουν τον επέλεγε για τον ρόλο του προέδρου Νίξον στην ομώνυμη ταινία.
Πολύ προτού, όμως, φτάσει να αποθεώνεται ως ο ανατριχιαστικός Χάνιμπαλ Λέκτερ στη «Σιωπή των Αμνών», ο καταρρακωμένος μπάτλερ στα «Απομεινάρια της ημέρας» και ο εύθραυστος πατέρας στην ομώνυμη ταινία, ο Αντονι Χόπκινς ήταν απλώς ένα παιδί που υφίστατο μπούλινγκ από τους συμμαθητές του, ένα «καμμένο χαρτί» που ήθελε να αποδείξει στους γονείς του τι αξίζει.
Στην αυτοβιογραφία του υπό τον τίτλο «We Did Ok, Kid», ο Χόπκινς επιχειρεί μία ειλικρινή και συχνά συγκινητική κατάθεση ζωής για έναν μοναχικό άνθρωπο, ένα «ξεγραμμένο» παιδί που παρά την απόρριψη κατέληξε ένας από τους καλύτερους Βρετανούς, παγκοσμίως.
«Δεν μπορούσα να πάρω τα εύσημα για τίποτα από όλα αυτά, δεν θα μπορούσα να τα είχα σχεδιάσει – και τώρα, στα 87 μου, οδεύοντας στα 88, ξυπνάω το πρωί και σκέφτομαι “είμαι ακόμα εδώ”, και ακόμα δεν το καταλαβαίνω», εξομολογείται στο BBC.

Στην ερώτηση τι τον κάνει τόσο «ενστικτώδη» ηθοποιό, εκείνος απαντά απρόβλεπτα: «Είναι ένα θαύμα το να είσαι ζωντανός», λέει.
Θεωρεί την πολυπλοκότητα των ανθρώπων «συναρπαστική… «Εννοώ, πώς είναι δυνατόν να γεννήθηκαν ο Μπετόβεν και ο Μπαχ, αλλά και το Τρεμπλίνκα και το Άουσβιτς;»
Ο Σερ Άντονι πάντα κατανοούσε τη διττότητα της ανθρώπινης φύσης, και αυτό, κατά πολλούς, εξηγεί το εύρος των υποκριτικών του ικανοτήτων.
Ο γιος ενός φούρναρη δίπλα στην Κάθριν Χέμπορν
Η πρώτη του ευκαιρία στον κινηματογράφο ήρθε όταν ο Πίτερ Ο’Τουλ τού πρότεινε να κάνει οντισιόν για την ταινία του 1968 «Το Λιοντάρι του Χειμώνα» – όπου ο Ο Τουλ υποδυόταν τον Ερρίκο Β’.
Εκείνη την εποχή, ο Σερ Αντονι ήταν ήδη μέλος του Εθνικού Θεάτρου του του Λόρενς Ολίβιε για αρκετά χρόνια. Ωστόσο, όπως ο ίδιος θυμάται, «δεν μπορούσα να προσαρμοστώ στο βρετανικό θεατρικό στυλ, απλά ένιωθα εκτός τόπου. Επίσης, δεν ήθελα να στέκομαι στη σκηνή κρατώντας ένα δόρυ για το υπόλοιπο της ζωής μου, φορώντας τσαλακωμένα καλσόν, ήθελα απλώς να ζήσω λίγο».
Τελικά, πήρε τον ρόλο του Ριχάρδου του Λεοντόκαρδου και δεν μπορούσε να πιστέψει ότι ο γιος ενός φούρναρη από το Πορτ Τάλμποτ θα συνεργαζόταν με την Κάθριν Χέμπορν.
Η ηθοποιός, που υποδύονταν τη μητέρα του Ελεονώρα της Ακουιτανίας, του έδωσε «την καλύτερη συμβουλή που έχω λάβει» ενώ έκαναν πρόβα την πρώτη τους κοινή σκηνή: «Απλά πες τις ατάκες… Μην υποκρίνεσαι, απλά κάν’ το», του είπε εκείνη, φιλοδωρώντας το με το κομπλιμέντο πως ήταν «πραγματικά καλός».
Ο Χάνιμπαλ που άλλαξε τη ζωή του
Στα απομνημονεύματά του γράφει ότι «ένιωσα ενστικτωδώς πώς να υποδυθώ τον Χάνιμπαλ Λέκτερ. Έχω τον διάβολο μέσα μου. Όλοι έχουμε τον διάβολο μέσα μας, ξέρω τι φοβίζει τους ανθρώπους».
Ο κατά συρροή δολοφόνος, για πολλούς μία από τις πιο τρομακτικές κινηματογραφικές φιγούρες, είναι ένα τέρας, αλλά ο Σερ Άντονι κατάλαβε ότι στην οθόνη ουκ εν τω πολλώ το ευ, δεν χρειάζεται να «φωνάζεις» για να πείσεις…
Αντί να υποδυθεί τον Λέκτερ ως προφανώς τερατώδη, «κάνεις το αντίθετο, υποχωρείς», εξηγεί. Μόλις διάβασε μερικές σελίδες του σεναρίου, συνειδητοποίησε ότι ο ρόλος αυτός θα «άλλαζε τη ζωή του».
«Μην πάρεις τα μάτια σου από το πρόσωπο μπροστά σου. Αυτό είναι τρομακτικό», εξηγεί για το πώς αντιμετώπισε τους ηθοποιούς απέναντί του, κυρίως την «Κλαρίς», την νεαρή, τότε, Τζόντι Φόστερ που εκφόβιζε με τη συριστική, μεταλλική φωνή του Λέκτερ.
«Μια μέρα θα σας δείξω εγώ»
Στο βιβλίο ο Χόπκινς περιγράφει γλαφυρά τη χαώδη απόκλιση στον τρόπο που τον βλέπει πλέον ο κόσμος και αυτού που βίωσε ως ένα τρομαγμένο, ξεγραμμένο παιδί.
Ήταν ένα αγόρι στο οποίο έδωσαν τη 10τομη Εγκυκλοπαίδεια για Παιδιά όταν ήταν έξι ετών. «Μου άρεσε τόσο πολύ, που τα διάβασα όλους τους τόμους», παραδέχεται. Του άρεσε η αστρονομία, έπαιζε πιάνο, ασχολιόταν με την τέχνη και αγαπούσε τον Ντίκενς και τον Σαίξπηρ, παραθέτοντας εκτενώς αποσπάσματα από τα έργα τους.
Παρόλα αυτά, κανείς δεν διέβλεψε τον χαρισματικό πυρήνα του: Στο σχολείο τα παιδιά τού έκαναν μπούλινγκ για το «μεγάλο, σαν ελέφαντα, κεφάλι του».
Οι δάσκαλοι τον θεωρούσαν χαζό και τον χτυπούσαν. Οι γονείς του ένιωθαν απόγνωση, τον είχαν σχεδόν ξεγράψει.

Σύμφωνα με τον ίδιο, ήταν αυτό που πιθανώς τον διαμόρφωσε: «Μου έδωσε έναν πυρήνα οργής, μνησικακίας και εκδίκησης», λέει.
Μία σχολική αξιολόγηση ο 1955, όταν ήταν 17 ετών, σηματοδότησε «τη στροφή» στη ζωή του. Θυμάται τον πατέρα του να θρηνολογεί, ρωτώντας τον «τι θα απογίνεις;» και τον ίδιο να απαντά: «Μια μέρα, θα σας δείξω, και στους δύο».
Και πράγματι. Ο ίδιος δηλώνει ευτυχής που οι γονείς του έζησαν αρκετά ώστε να τον δουν να πετυχαίνει. 11 χρόνια μετά το θάνατο του πατέρα του, όταν κέρδιζε το πρώτο του Όσκαρ καλύτερου ηθοποιού, για την ταινία «Η σιωπή των αμνών» το 1992, τηλεφώνησε στη μητέρα του στην Ουαλία και της είπε: «Νομίζω ότι τα πήγα καλά».
Οι δυσκολίες και το αλκοόλ
Παρά την καταξίωση, παραδέχεται πως τα πρώτα χρόνια ήταν δύσκολα και αυτό εξαιτίας της ροπής του στο ποτό. Ο αλκοολισμός τού δημιουργούσε προβλήματα στα πλατό, τα γυρίσματα, τις σχέσεις του με σκηνοθέτες και ηθοποιούς. Ενώ στιγμάτισε και τους δύο πρώτους γάμους του.
«Αυτή είναι η άσχημη πλευρά του αλκοολισμού. Ανέδειξε τη βίαιη πλευρά μου. Δεν είμαι καθόλου περήφανος για αυτό».

Η οργή, πιστεύει, προήλθε «από μέσα μου, από τις δικές μου ανασφάλειες, από το ότι με εκφοβίζαν στο σχολείο και όλα τα υπόλοιπα. Δεν μου άρεσε η εξουσία».
Τότε, μια νύχτα στο Λος Άντζελες, τον Δεκέμβριο του 1975, πριν από σχεδόν 50 χρόνια, έφτασε στο ναδίρ: Οδηγούσε σε «πλήρη αλκοολική αμνησία». Όταν συνήλθε, συνειδητοποίησε ότι ήταν «εκτός ελέγχου» και ότι θα μπορούσε να είχε σκοτώσει κάποιον. Τηλεφώνησε για να ζητήσει βοήθεια.
«Ξαφνικά, κάτι μου μέσα μου είπε “όλα τελείωσαν, τώρα μπορείς να αρχίσεις να ζεις”… η επιθυμία για ποτό έφυγε και δεν επέστρεψε ποτέ».
Στην πρώτη του συνάντηση των Ανώνυμων Αλκοολικών, συνειδητοποίησε πως «είναι όλοι αταίριαστοι όπως εγώ. Όπως όλοι μας. Νιώθουμε ότι δεν ανήκουμε πουθενά. Νιώθουμε μίσος για τον εαυτό μας. Όλοι μας είμαστε ίδιοι. Δεν είμαι μόνος».
Οπως γράφει στο βιβλίο, η σύζυγός του Στέλλα πιστεύει ότι βρίσκεται στο φάσμα του αυτισμού, κάτι που «πιθανότατα είναι οθρό, δεδομένης της τάσης μου για απομνημόνευση και επανάληψη… και της έλλειψης συναισθηματισμού». Όπως, όμως, παραδέχεται ο ίδιος, προτιμά τον όρο «ψυχρός άνθρωπος» και πιστεύει πως η προτίμηση αυτή εδράζεται στη φυσική άμυνα που ανέπτυξε απέναντι στο μπούλινγκ στο σχολείο και τον στρατό.

«Απλά τους κοίταζα επίμονα, και αυτό τους εξόργιζε», θυμάται. «Κλείνεσαι στον εαυτό σου και σκέφτεσαι, “Εντάξει, δεν μπορείτε να με πληγώσετε, έτσι δεν είναι;” Ήταν η μόνη άμυνά μου που θεωρούσα δύναμη».
Ως προς το τι μετανιώνει; «Για τους ανθρώπους που πλήγωσα όλα αυτά τα χρόνια, τα ηλίθια πράγματα που έκανα».
kathimerini.gr




