99.5

LIVE

99.5

LIVE

Πέμπτη 4 Ιουνίου, 2026

99.5

LIVE

Στέλλα Κυβέλου: Νησιωτική πολιτική ή διακυβέρνηση των θαλάσσιων συστημάτων; Μια κριτική αποτίμηση

Η συζήτηση για τη νησιωτικότητα στην Ελλάδα παραμένει εγκλωβισμένη σε ρητορικές «στήριξης» και «ίσης μεταχείρισης». Το «μεταφορικό ισοδύναμο» – που απέχει σημαντικά από τον τρόπο που εφαρμόζεται στην Ευρώπη και το Ηνωμένο Βασίλειο[1] -, οι «υποδομές» και η «πράσινη μετάβαση» επανέρχονται σαν «μαγνήτης», αποκαλύπτοντας όμως ένα κρίσιμο κενό: η νησιωτικότητα συνεχίζει να αντιμετωπίζεται ως προνοιακή παροχή (συχνά με δυσεξήγητες εξαιρέσεις) και όχι ως στρατηγικό πεδίο χωρικού σχεδιασμού που θα προστατεύει και θα αναπτύσσει το μέλλον των νησιών.  Η περίφημη νησιωτική πολιτική είναι μια πολιτική δεύτερης γενιάς: πιο ευρωπαϊκή ρητορικά, πιο θεσμική στις προθέσεις, αλλά ακόμη χωρίς ουσιαστικό χωρικό υπόβαθρο. Στην πράξη, η νησιωτική Ελλάδα στερείται μιας σαφούς και συνεκτικής χωρικής αρχιτεκτονικής.

Της Στέλλας Σοφίας Κυβέλου, Καθηγήτριας Παντείου Παν/μίου, Εμπειρογνώμονα Θαλάσσιου Χωροταξικού Σχεδιασμού

Ο νησιωτικός χώρος δεν είναι απλώς ένα σύνολο αυτόνομων νησιών. Είναι ένα σύστημα – ένα αρχιπέλαγος λειτουργιών, ροών, κοινών υπηρεσιών και δικτύων. Η Ελλάδα, περισσότερο από κάθε άλλη χώρα της Ευρώπης, θα μπορούσε να αναπτύξει μια “χωρική αρχιτεκτονική” του αρχιπελάγους: δίκτυα μεταφορών, ενεργειακές και υδατικές συνδέσεις, κοινά συστήματα logistics, αλλά και κοινές θαλάσσιες ζώνες πολιτισμού, τουρισμού, αλιείας ή ΑΠΕ. Κι όμως, η νησιωτική πολιτική εξακολουθεί να αναφέρεται στα  νησιά ως μεμονωμένες οντότητες  και όχι στο σύνολο των «νησιωτικών συστάδων». Απουσιάζει η έννοια των “νησιωτικών υπο-συστημάτων” τα οποία μπορούν να διαπερνούν τις υφιστάμενες περιφέρειες, και που παρουσιάζουν κοινωνικο-οικονομική συμπληρωματικότητα και πολιτισμική συνέχεια, όπως λ.χ  “Νότια Δωδεκάνησα- Δυτική Κρήτη”, “Κεντρικές Κυκλάδες”,  ή “Βόρειο Ιόνιο”. Χωρίς αυτά τα υποσυστήματα, δεν είναι δυνατό να υπάρξει ούτε συνδυασμένη μεταφορά, ούτε κοινή διαχείριση θαλάσσιων χρήσεων, ούτε εξορθολογισμός υποδομών.

Μια εθνική θαλάσσια στρατηγική χωρίς θαλάσσιο χωροταξικό σχέδιο ;

Παρά τις αναφορές σε μιά “Εθνική Στρατηγική για την Ολοκληρωμένη Θαλάσσια Πολιτική”, το περιεχόμενο της κυβερνητικής νησιωτικής πολιτικής φαίνεται να παραμένει αναπτυξιακό και χρηματοδοτικό – όχι όμως χωρικά ολοκληρωμένο. Η Οδηγία 2014/89/ΕΕ για τον Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό (ΘΧΣ) επιβάλλει σε κάθε κράτος-μέλος να χαρτογραφήσει συμβατότητες και να χωροθετήσει χρήσεις στον θαλάσσιο χώρο: ενέργεια, αλιεία, τουρισμό, μεταφορές, πολιτισμό. Να ελαχιστοποιήσει τις συγκρούσεις μεταξύ θαλάσσιων χρήσεων και να αυξήσει τις συνέργειες μεταξύ τους. Στην Ελλάδα, όμως, η νησιωτική πολιτική και ο Θαλάσσιος Χωροταξικός Σχεδιασμός παραμένουν παράλληλοι, χωρίς σημεία οργανικής διασταύρωσης. Άλλωστε γενικότερα οι πολιτικές αναφορές στην ανάγκη εκπόνησης θαλάσσιων χωροταξικών σχεδίων είναι λιγοστές έως μηδενικές. Έτσι, δεν συζητείται επί παραδείγματι η δημιουργία “λειτουργικών θαλάσσιων ζωνών” (marine functional zones)- δηλαδή θεσμικά αναγνωρισμένων περιοχών όπου οι θαλάσσιες χρήσεις θα συντονίζονται τόσο μεταξύ τους όσο και με τους χερσαίους πόρους και τις εξελισσόμενες ανάγκες των τοπικών κοινωνιών.

Εξάλλου, η πολυεπίπεδη διακυβέρνηση στον θαλάσσιο σχεδιασμό παραμένει στην πράξη περιορισμένη στη διαχείριση πόρων και όχι στη συνολική διαχείριση του χώρου. Υπάρχει έλλειψη λειτουργικών σχημάτων που να συνδέουν κράτος, περιφέρειες, δήμους και τοπικούς φορείς με βάση τη «θαλάσσια ενότητα». Προτείνεται η σύσταση δομών όπως ένα «Συμβούλιο Θαλάσσιας Ενότητας Νοτίων Δωδεκανήσων-Δυτικής Κρήτης» για τον συντονισμό λιμενικών έργων, αλιείας, τουρισμού, πολιτιστικής κληρονομιάς και ενεργειακών-μεταφορικών διασυνδέσεων. Χωρίς τέτοιες ενότητες, η διακυβέρνηση παραμένει αποσπασματική και ευάλωτη σε συγκρούσεις χρήσεων, ενισχυμένες μάλιστα από γεωπολιτικούς περιορισμούς.

Ουσιαστική σύνδεση με τις στρατηγικές των θαλάσσιων λεκανών

Η ελληνική συμμετοχή σε ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες – με άλλες νησιωτικές χώρες όπως η Κροατία, η Σουηδία ή μέσω του ΟΟΣΑ- είναι φυσικά καλοδεχούμενη. Ωστόσο, η διαπραγμάτευση παραμένει πολιτική, όχι τεχνική. Η Ελλάδα διαπραγματεύεται για τους νησιώτες, αλλά δεν σχεδιάζει για τον θαλάσσιο χώρο. Είναι περιορισμένη η ένταξη των ελληνικών νησιών σε στρατηγικές σε επίπεδο θαλάσσιας λεκάνης (sea basin strategies) όπως συμβαίνει στην Αδριατική ή στη Βαλτική ή ακόμα στα προγράμματα θαλάσσιου χωροταξικού σχεδιασμού του Ευρωπαϊκού Ταμείου Αλιείας και Υδατοκαλλιέργειας. Εκεί, ωστόσο, κρίνεται πλέον η ουσία της ευρωπαϊκής θαλάσσιας πολιτικής: στη συντονισμένη, διακρατική διαχείριση των θαλασσίων λεκανών. Σε επίπεδο μάλιστα θαλάσσιου χωροταξικού σχεδιασμού είναι σαφής η μετατόπιση από τα κράτη-μέλη στο επίπεδο της θαλάσσιας λεκάνης γεγονός που αποτελεί σαφέστατη κατεύθυνση της Ευρωπαϊκού Συμφώνου για τον Ωκεανό (Ocean Pact) και θα ληφθεί σοβαρά υπόψιν στην μελλοντική αναθεώρηση της Οδηγίας για τον Θαλάσσιο χωροταξικό σχεδιασμό.

Η  ελλιπής  προβολή και ανάδειξη της θαλάσσιας πολιτιστικής κληρονομιάς

Η πολιτική της νησιωτικότητας αγνοεί σε μεγάλο βαθμό την παράκτια και υποθαλάσσια πολιτιστική κληρονομιά – έναν ανεκμετάλλευτο πόρο ιστορικής ταυτότητας, ανάπτυξης, στρατηγικής εξειδίκευσης και ήπιας ισχύος. Η πολιτιστική διάσταση του χώρου – λ.χ με τον καθορισμό «πολιτισμικά σημαντικών περιοχών» που θα προκύπτουν από συμμετοχικές διαδικασίες-,  θα μπορούσε να λειτουργήσει ως συνδετικός ιστός ανάμεσα στον τουρισμό, το περιβάλλον και την εκπαίδευση. Χωρίς ενσωμάτωση της πολιτιστικής κληρονομιάς, η “νησιωτικότητα” απογυμνώνεται από το ιστορικό και πολιτισμικό της βάθος, στερώντας από τους νησιώτες την ουσιαστική ενίσχυση της θαλάσσιας ταυτότητας ή με άλλα λόγια της «θαλάσσιας ιθαγένειας».

Προς μια νέα αντίληψη: αρχιπελαγικές συστάδες και λειτουργικές θαλάσσιες ζώνες

Αν επιθυμούμε μια πραγματικά σύγχρονη νησιωτική πολιτική, οφείλουμε να  μεταβούμε από τη “πολιτική για τα νησιά” στην “πολιτική των θαλάσσιων συστημάτων”. Αυτό σημαίνει τουλάχιστον τέσσερις βασικές μετατοπίσεις: Η πρώτη αφορά στις Αρχιπελαγικές συστάδες (archipelagic clusters) ως βασικές μονάδες σχεδιασμού, δηλαδή σε “νησιωτικά σύνολα” με κοινή στρατηγική. Η δεύτερη αφορά στις Θαλάσσιες λειτουργικές ζώνες (marine functional zones), όπου οι χρήσεις (τουρισμός, αλιεία, ενέργεια, πολιτισμός..) θα σχεδιάζονται με βάση  την αρμονική συνύπαρξή τους και όχι τον ανταγωνισμό. Η τρίτη άπτεται της χωρικής δικαιοσύνης και της οικονομικής αποτελεσματικότητας – όχι δηλαδή απλή ισότητα, αλλά έξυπνη ιεράρχηση προτεραιοτήτων και δίκαιος διαμοιρασμός πόρων, στο πλαίσιο της εδαφικής συνοχής. Τέλος, σημαντική είναι η σύνδεση της νησιωτικής πολιτικής με τον Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό, ώστε κάθε σχετικό έργο υποδομής να εντάσσεται σε συνεκτικό πλαίσιο χρήσεων, σημερινών και μελλοντικών αναγκών.

Η Ελλάδα είναι προικισμένη με  έναν αρχιπελαγικό χώρο, μοναδικό στην Ευρώπη. Αν αυτός ο χώρος δεν θεωρηθεί ως ένα ενιαίο λειτουργικά, οικονομικό και πολιτισμικό σύστημα, η κυβέρνηση θα συνεχίσει να σχεδιάζει αποσπασματικά – για κάποια νησιά, αλλά ποτέ για το Αρχιπέλαγος. Αυτό όμως το διασυνδεδεμένο αρχιπέλαγος, με έμφαση στο Αιγαίο, αποτελεί τον πλέον ζωτικό χώρο ήπιας ισχύος αλλά και αποτρεπτικής δύναμης ολόκληρης της χώρας.

[1] Βλ. Κυβέλου Στ.(επιμ.), Θαλάσσια χωρικά ζητήματα : Θαλάσσια διάσταση της εδαφικής συνοχής, θαλάσσια χωροταξία, βιώσιμη γαλάζια ανάπτυξη, Εκδόσεις ΚΡΙΤΙΚΗ, 2016

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ

Χρησιμοποιούμε cookies για να σου προσφέρουμε μία προσωποποιημένη εμπειρία καθώς και για την ανάλυση της επισκεψιμότητάς μας. ΑΠΟΔΟΧΗ Μάθε περισσότερα